Αρχείο κατηγορίας Entertainment

Αξέχαστος ροκενρολίστας

Κουνήσου, κουδούνισε και τσούλησε Shake, Rattle and Roll (Tupelo Mississippi 1957)

elvis_girlsΈνα χαρακτηριστικό ροκ ‘εν ρολ άκουσμα: αρχίζει με την προτροπή «Σήκω, πλύνε το πρόσωπο και τα χέρια σου κι άφησε το σπίτι το σπίτι όπου εσύ σαν διάολος, (η ψυχή μου ομολογεί), δυναστεύεις» συνεχίζοντας «Κουνήσου, κουδούνισε και άφησε τον εαυτό σου να τσουλίσει κάτω απ’ αυτό το μεγάλο αυτό λόφο»…
Αυτός ήταν ο Έλβις των αρχών της καριέρας του: ένας tout a fait ροκενρολίστας που ήξερε να ηλεκτρίζει το ακροατήριο του με την παρουσία του καθώς διέθετε φωνή, χορευτική δεινότητα, εμφάνιση που το συνταίριασμα τους επαυξανόταν με την ιδιότυπη επανάληψη λέξεων του τραγουδιού όπου δινόταν η έμφαση.

Το τραγούδι αυτό είναι το πλέον χαρακτηριστικό άκουσμα του ρεύματος ροκ ‘εν ρολ των 50’s. Αποπνέει το Νότο των ΗΠΑ καθώς εκεί γεννήθηκε αυτό το ρεύμα μαζί με το μπόλιασμα του εκλεπτυσμένου Βορρά που απέπνεε ο Έλβις με το κομψό παρουσιαστικό που συνέθετε το σώμα του που εκτελούσε τις φιγούρες ακριβείας, το πρόσωπο με το χαρακτηριστικό, γοητευτικό χαμόγελο κάτω από τα σκούρα μαύρα ανέμελα πλην όμως φροντισμένα μαλλιά.

«Κουνήσου, κουδούνισε και τσούλησε» ποιος θα μπορούσε να αντισταθεί σ’ αυτή την προτροπή σαν έβγαινε από τα χείλη του Βασιλιά Έλβις!

Να με θυμάσαι

ricordi_miΔραματική ταινία, ελληνικής παραγωγής 2009.
Διάρκεια: 100’
Η Φανή, φωτογράφος ερευνήτρια, ζει στην Αθήνα. Αρνούµενη να συµβιβαστεί µε το θάνατο του µουσικοσυνθέτη συντρόφου της, διαγράφει από τη µνήµη της το γεγονός. Επιλέγει να διατηρήσει µια παράλληλη µε την πραγµατικότητα σχέση µαζί του, ζώντας µε τη φαντασίωση του άνδρα δίπλα της και µε τους ήχους που αυτός συνέθετε. Η ηρωίδα συνθέτει την εικόνα του αγαπηµένου της µέσα από το παζλ των ανθρώπων της πόλης και των χώρων όπου έζησε µαζί του και κατορθώνει µε δικό της τρόπο να αποδεχτεί την αλήθεια του χαµού του.
Η έρευνά της για την ανερχόµενη φτώχεια και την περιθωριοποίηση στη σύγχρονη Αθήνα, τη συντροφεύει στην πορεία της προς την αποδοχή της πραγµατικότητας. Παντρεύεται έναν άλλο άνδρα, γιατρό αυτή τη φορά, που µοιάζει στον πρώτο.
Τρεις ζωές συναντιούνται και συνδέονται σ’ ένα παράξενο είδος ερωτικού τριγώνου, διατρέχοντας όλα τα σηµεία που αγγίζει ο πόνος της αγάπης.

Τίτλος: Ricordi Mi
Πρωταγωνιστούν: Θεοδώρα Τζήμου (Υποψηφιότητα καλύτερης ηθοποιού 2010), Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Γιώργος Αρμένης, Ελένη Γερασιμίδου
Διάρκεια: 100′
Παραγωγή: Ελληνική
Σκηνοθέτης: Στέλλα Θεοδωράκη
Διεύθυνση φωτογραφίας: Ηλίας Κωνσταντακόπουλος.
Μουσική: Πέτρος Κορέλης.
Μοντάζ: Αλέξης Πεζάς.
Ricordi Mi όλη η ταινία

Προβλήθηκε ΕΤ3 Σάββατο 7/7/’18

Το ωραιότερο τσιφτετέλι

Καίτη Γκρέυ
Καίτη Γκρέυ

Ποιού άλλου παρά του Στέλιου Χρυσίνη. Ποια άλλη θα μπορούσε να το τραγουδήσει τόσο αυθεντικά παρά η Καίτη Γκρέι. Οι στίχοι είναι απλοί μια έμπνευση της στιγμής: Πω πω κάτι μάτια, μ’ έκαναν κομμάτια, πω πω ένα στόμα φίλα μα ακόμα. Κι από ‘κει ο λόγος δίδεται στη μουσική ένα τσιφτετέλι όπου ο συνθέτης αναπτύσσει όλη τη δημιουργική φαντασία και δεξιοτεχνία του!

«Πω πω κάτι μάτια» Α΄εκτέλεση με Στέλιο Χρυσίνη μπουζούκι. Τραγούδι Καίτη Γκρέι

Όλα σε καλαμάκι

aggeliko
Όλα σε καλαμάκι…

Τα σουβλάκια ανέκαθεν ήταν εδραιωμένα στην ελληνική κουζίνα. Από τα πρώτα σουβλατζίδικα ήταν εκείνο στην οδό Κορδιγκτώνος στη Πατησίων. Κόσμος περίμενε για τα καλαμάκια, το γύρο, τις πίτες με το τζατζίκι και το κρεμμύδι. Στη πορεία των χρόνων αυτό το έδεσμα εξελίχτηκε, για να φτάσουμε στα σημερινά μοντέρνα σουβλατζίδικα, κεμπαπτζίδικα που μαζεύουν πάντα με την ίδια επιτυχία τον κόσμο. Όμως το να βρεις πραγματικά το καλό σουβλάκι δεν είναι κι εύκολο, καθώς γι’ αυτό χρειάζεται απολύτως καλό και φρέσκο κρέας καθώς και σωστό ψήσιμο στα κάρβουνα.

Αποφάσισα να πάω σε ένα από αυτά στο σπίτι μου κάπως κοντά. Μου το είχαν συστήσει – πως είναι πολύ καλό και με τιμές ανάλογες της προσδοκίας να μη ξοδευτείς. Μ’ αυτό τον προοίμιο ξεκινήσαμε: πράγματι όλα ήταν όπως τα περιμέναμε. Βέβαια το μέρος το βρήκαμε δύσκολα καθώς χαθήκαμε στους κοντινούς δρόμους. Ενώ μας είχαν πει που θα στρίψουμε για να βρούμε το δρόμο περάσαμε το σημείο αυτό ατυχώς, πήγαμε πιο κάτω και μετά το απόλυτο κενό. Πίστευα πως ο δρόμος ήταν κεντρικός αλλά ήταν κάτω από τον κεντρικό – ένας κάθετος μακρύς ήσυχος δρόμος χωρίς καθόλου κίνηση και ελάχιστα φώτα. Εν τέλει τον βρήκαμε και πιάσαμε θέση στο τραπεζάκι του βάθους.

Πράγματι τα κρέατα ήταν πρώτης επιλογής: μοσχάρι, ψαρονέφρι, κοτόπουλο, γαλοπούλα – ήταν σε μεγάλα κομμάτια στο χοντρό καλαμάκι, πολύ ωραία ψημένα και νόστιμα. Η σαλάτα με ψιλοκομμένο λάχανο, μαρούλι, ντομάτα, αγγουράκι, με τυρί ψωμοτύρι (γιαούρτι με τυρί) – τυρί παραδοσιακό πολύ νόστιμο. Οι πατάτες ψιλοκομμένες, οι πίτες λεπτές και τραγανές. Τέλος το κρασί ένα μοσχάτο «Αμβούργου» (παραδοσιακή ποικιλία περιοχής Τυρνάβου) αρωματικό και ελαφρύ, παγωμένο σε ωραίο μπουκάλι με φελλό – κι εδώ πρέπει να τονισθεί πως ήταν ιδιαίτερα ελαφρύ που καθόλου δεν θα σε πείραζε όσο κι αν έπινες ωστόσο εγώ το βρήκα υπέρ του δέοντος ελαφρύ.

Το σουβλάκι ψαρονέφρι που πήρα πάντως, ήταν ιδιαίτερης γεύσης. Είχα να φάω ψαρονέφρι κάποιους αιώνες γιατί δεν τρώω χοιρινό. Πάρα πολύ νόστιμο – και μόνο απ’ αυτό αξίζουν όλοι οι έπαινοι στη διεύθυνση. Η κοπέλα που έπαιρνε την παραγγελία και σέρβιρε ήταν ευγενέστατη, πολύ χαμογελαστή και χαριτόβρυτη. Οι τιμές λογικές στα πλαίσια των 20 ε. το ζευγάρι, που περιλάμβαναν κέρασμα γλυκό. ραβανί στην περίπτωση αυτή. Σημειωτέον πως με ένα μόνο καλαμάκι μπορείς να χορτάσεις!

Αγγελικό το όνομα του μαγαζιού, αγγελικές οι γεύσεις, αγγελική  και τ’ όνομα. Θα ξαναπάμε – πολύ σύντομα πιστεύω.

Έρχομαι από την πραγματικότητα

Sixto Rodriguez: Coming from Reality

Είχε τελειώσει η μέρα πια και καθώς η νύχτα προχωρούσε άνοιξα την τηλεόραση και έπεσα σ’ ένα ντοκυμαντέρ για έναν τραγουδιστή που μόλις άρχιζε. Ποιος να ‘ναι αναρρωτιόμουν και περίμενα να ξεκινήσει η ταινία για να μάθω. Ήταν γυρισμένη στο Ντητρόιτ εκεί που ανθούσε η βιομηχανία προ ετών – πριν τη παγκοσμιοποίηση, όταν πολλές εταιρείες έφυγαν από εκεί ή έκλεισαν.
Το Ντητρόιτ ήταν ανθούσα βιομηχανική περιοχή στα 70’s καθώς εκεί βρίσκονταν οι μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες των ΗΠΑ. Πόλη όπου απασχολούνταν στη βιομηχανία φτωχοί μετανάστες περισσότερο, διαβιώνοντας εκείνη την περίοδο μέσα σε άθλιες συνθήκες.

rodriguezcapture
Sixto Rodriguez – Έρχομαι από την πραγματικότητα

Detroit, Michigan 1968: Ο φακός εστιάζει στους βρεγμένους δρόμους, στις ξεφτισμένες επιγραφές από τα μπαρ. «Σερβίρουμε ποτά, κοκτέιλς, φαγητό, ζωντανή μουσική» έγραφε μία. Μια άλλη «Εντελώς γυμνό μετά τις 12μμ» επρόκειτο για μπαρ με κάποιον που έπαιζε κιθάρα ή κάποιο τοπικό συγκρότημα, το άλλο για ένα κέντρο με στριπτήζ. Αυτοκίνητα μεγάλα παρκαρισμένα στο δρόμο, αραιοί διαβάτες ενώ η βροχή έπεφτε σιγανά και μονότονα.

Σ’ ένα τέτοιο μπαρ «The Sewer», έπαιζε και ο τραγουδιστής Σίξτο Ντιάζ Ροντρίγκεζ. Έμπαινες μέσα σ’ ένα σύννεφο καπνού καθώς ερχόσουν πάλι μέσα από ένα σύννεφο ομίχλης που πλανιόταν στην πόλη, σκεπάζοντας τον ποταμό Ντητρόιτ με τους ήχους από τις μαούνες που ανεβοκατέβαιναν, διηγείται ένας που τον γνώριζε. Στο βάθος καθόταν εκείνος με την πλάτη στο κοινό, κρατώντας τη κιθάρα του. Η μουσική του σε συνέπαιρνε, κάθε ήχος που έβγαινε από την κιθάρα του – Ήταν απίστευτο.

rodriguez2capture
Sixto Diaz Rodriguez – Μπροστά από ξενοδοχείο στο Ντητρόιτ

Ο Σίξτο Ροντρίγκεζ υπήρξε αυτοδίδακτος μουσικός. Πάντα στους δρόμους του Ντητρόιτ με το καπέλο του και τις μπότες να περπατάει σκυφτός, την κιθάρα του κρεμασμένη στην πλάτη.
Η πραγματικότητα της πόλης τον απορροφούσε πλήρως, ήθελε αυτά που αισθανόταν να τα βάλει στο χαρτί κι έτσι βγήκαν οι στίχοι της μουσικής του. «Ερχομαι από την πραγματικότητα» ονόμασε ένα άλμπουμ του και αυτή η πραγματικότητα της πόλης του με τα μπαρ, τα μεγάλα αυτοκίνητα, τις φωτεινές νέον επιγραφές, τη δουλειά στα εργοστάσια, τις καμινάδες με τους καπνούς που διασπούσαν την ομίχλη του χειμώνα ήταν κινητήριος δύναμις για τους στίχους του. Το πυκνό χιόνι στους δρόμους και το κρύο, ο κόσμος που έμπαινε στο μπαρ για να ζεσταθεί και να πιει μια μπίρα να ξεχάσει τα προβλήματα του, την έλειψη της δουλειάς από την οποία μπορεί να υπέφερε…
Ένας κόσμος πραγματικός αλλά ξεχασμένος από την υπόλοιπη ευημερούσα κοινωνία, ήταν εκείνη την εποχή κι ο εργατόκοσμος του Ντητρόιτ. Εκεί ανήκε και ο Ροντρίγκεζ – με προγόνους Μεξικάνους που ήρθαν στην Αμερική για κάτι καλύτερο.

Ο ίδιος γεννήθηκε στο Ντητρόιτ του Μίτσιγκαν. Για ένα διάστημα δούλεψε εκτός από τις οικοδομές και άλλες χειρονακτικές εργασίες και στο εργοστάσιο της Κάντιλακ. Όμως παράλληλα, ο Σίχτο Ντιάζ Ροντρίγκεζ πήγαινε και στο πανεμπιστήμιο του Wayne όπου και τελείωσε το 1981 παίρνοντας δίπλωμα της Φιλοσοφίας.

Στο ίδιο Ρεύμα της Αμφισβήτησης Στις ΗΠΑ οι δίσκοι δεν πήγαν και πολύ καλά όμως (ποιος ξέρει γιατί; Μήπως γιατί προωθούσαν την ίδια εποχή, τον Bob Dylan – κιθαρίστας κι αυτός, με τον οποίον είχαν το ίδιο στυλ και μουσικής και φωνής) … Εκείνον πάντως ποτέ δεν τον ενδιέφερε να αναγνωρισθεί, να κάνει χρήματα ή να βρει τη δόξα. Συνέχισε μόνος με την κιθάρα του, το καπελάκι, τα μαύρα γυαλιά να παίζει στα μπαρ του Ντητρόιτ. Η δουλειά που δήλωνε ως κύρια, ήταν χειροτέχνης στο κλάδο των κατασκευών – επσκευών κτιρίων. Όταν ρωτήθηκε από το δημοσιογράφο τι δουλειά έκανε, είχε απαντήσει «Μ’ αρέσει η χειρονακτική εργασία, οι οικοδομές, το χτίσιμο, το καθάρισμα από τις κατεδαφίσεις«. Δεν τον ενδιέφερε να αγκυροβολήσει στα πλούτη και τη δόξα.

rodriguezbancapture
Sixto Diaz Rodriguez – Στα σκαλιά του σπιτιού του

«Εκείνη την εποχή στο Ντητρόιτ ζούσαμε σε απίστευτες συνθήκες. Αλλάξαμε σπίτι και 25 φορές. Αυτά δεν ήταν σπίτια κανονικά – ένα μέρος για να κοιμηθείς ήταν!» εξομολογείται μία από τις κόρες του.
Συνεχίζοντας: «Ποτέ δεν τον ενδιέφερε να κάνει χρήματα. Ούτε οι ανέσεις ούτε η φήμη και η δόξα«.

Νότιος Αφρική Στο Γιοχάνεσμπουργκ αλλά και σε άλλες μεγάλες πόλεις όπως το Κέηπ Τάουν, είχε γίνει γνωστός εντελώς τυχαία: κάποια κοπέλα είχε μαζί της ένα δισκάκι με το άλμπουμ του «Cold Fact». Κάποιοι το άκουσαν, το αντέγραψαν γιατί τους άρεσε, κι έτσι κυκλοφόρησε σε πολλά αντίτυπα.

Όταν πήγανε στο Γιοχάνεσμπουργκ – όπου ήδη είχε γίνει πολύ γνωστός, για συναυλίες, ήταν σαν να ξαναζούσε ο Έλβις στη σκηνή: τέτοια ήταν η υποδοχή, τόσο θερμή – που το χειροκρότημα πριν ξεκινήσει να παίζει, διαρκούσε και 15 λεπτά. Πήρε την κιθάρα και άρχισε να τραγουδάει και κάτω το νεανικό ακροατήριο παραληρούσε από ενθουσιασμό.
Καθώς συνέχιζε με τον «Sugar Man«, οι στίχοι, το παίξιμο της κιθάρας, η μουσική, συνέπαιρναν ένα κοινό που επικοινωνούσε μαζί του με έναν γνήσιο παλμό σα να τον ήξερε από χρόνια.

Όμως εκείνον σα να μην τον είχε αλλάξει σε τίποτε η επιτυχία. Καθώς συνεχίζει η κόρη του:Το βράδυ καθώς έμεναν στα καλύτερα ξενοδοχεία παρ’ όλα τα ωραία κρεβάτια, εκείνος κοιμόταν στον καναπέ:  «δεν θέλω να βάλω άλλον στον κόπο να μου φτιάξει το κρεβάτι» έλεγε. Τόσο απλός και σεμνός ήταν ο πατέρας μου.
O Σίξτο Ροντρίγκεζ δεν έψαχνε τίποτα άλλο πέρα από αυτό που αλήθεια ήταν: Ένας απλός άνθρωπος που ερχόταν από την πραγματικότητα.

Η ζωή του Sixto Diaz Rodriguez έγινε γνωστή από την ταινία ντοκυμαντέρ «Searching for the Sugar man» (Ψάχνοντας τον Sugar Man) —Όσκαρ Ντοκυμαντέρ 2012, του Σουηδού (δυστυχώς, όχι πια εν ζωή) Malik Bendjelloul.

Γιώργος Μητσάκης – Ο δάσκαλος

mitsakisCapture
Γιώργος Μητσάκης Κωνσταντινούπολη 1921 – Αθήνα 1993

Όταν καπνίζει ο λουλάς *- Αυτό το τραγούδι δεν είναι όπως θα περίμενε κανείς του Βασίλη Τσιτσάνη καθώς είναι γνωστά τραγούδια του με ανάλογο «μάγκικο» περιεχόμενο. Είναι του – πιο πίσω στη λίστα των ρεμπετών συνθετών, ευρισκόμενου Γιώργου Μητσάκη. Το άκουσα σε μια μουσική εκπομπή της Ε.Τ. από έναν σύγχρονο τραγουδιστή. Ήταν μια εκπομπή αφιερωμένη στις παλιές ελληνικές ταινίες και είχε μαζί του ο παρουσιαστής αρκετούς από αυτούς και δη το Γιάννη Βόγλη πριν μας αφήσει. Ήταν η Μάρθα Καραγιάννη, η Άννα Φόνσου, η τραγουδίστρια Ελένη Ροδά, ο Φώτης Μεταξόπουλος που σηκώθηκε και χόρεψε ένα πολύ ωραίο χασάπικο! Κάποια στιγμή στη συζήτηση είπε πολύ εύστοχα «Εγώ δεν μετρώ τα χρόνια από τα 45. Τόσο είμαι και θα είμαι για πάντα».

Λοιπόν ένας τραγουδιστής από τη συντροφιά αυτή τραγούδησε το «Όταν καπνίζει ο λουλάς«. Στη συντροφιά έγινε ένα θαύμα: ένα φως είχε φωτίσει τα πρόσωπα όλων με ακτίνες χαράς και συμμετοχής στο θέμα του τραγουδιού. Αλήθεια έτσι συμβαίνει: ποιος ακούγοντας το τραγούδι αυτό καπνίζει λουλά – μπορεί και να μη ξέρει τι θα πει η λέξη αυτή. Όμως η διάνοια η καλλιτεχνική του Γιώργου Μητσάκη το έκανε κοινωνό σε όλους – ένα θέμα που δεν έχει σχέση με κανέναν κι όμως όλοι ταυτίζονται με αυτό. Γιατί; Γιατί αυτή είναι η ιδιότητα μιας ιδιοφυίας Να σε κάνει συμμέτοχο χωρίς όρους και αναστολές στη φαντασίωση ή στην εμπειρία της! Να παραδίδεσαι στο ταλέντο της! – ανάλογα βέβαια στον τομέα που βρίσκεται πάντα!

Ο Γιώργος Μητσάκης ήρθε από πολύ μικρός στην Ελλάδα, 14 ετών. Αρχικά η οικογένεια του εγαταστάθηκε στην Καβάλα – το 1935, κατόπιν μετεγκαστάθηκαν σ’ ένα χωριό κοντά στο Βόλο. Εκεί πρωτοήρθε σε επαφή με το λαϊκό τραγούδι. Στη Θεσσαλονίκη αργότερα γνωρίζεται με τον Βασίλη Τσιτσάνη. Το 1939 κατεβαίνει στην Αθήνα για να εγκατασταθεί στον Πειραιά τον οποίον και αγάπησε. «Έδινα την ερώτηση κι αμέσως την απάντηση» λέει, «παίζαμε για τους απλούς, λαϊκούς ανθρώπους» κι όταν κάποιος μου φώναζε «Μητσάκη, δάσκαλε παίξε και κανα βασανισμένο» «έπιανα αμέσως το τραγούδι: «απόψε άρχισε να βρέχει κι ο νους μου σε σένα πάλι τρέχει». Μπαγλαμά τότε έπαιζε μαζί μας και ο τυφλός Στέλιος Χρυσίνης.

*λουλάς = ναργιλές, αργιλές (τούρκικη λέξη)

Στέλιος Χρυσίνης – Ο δάσκαλος του ρεμπέτικου

Κορυφαιος μαεστρος και δασκαλος

chrysinis
Στέλιος Χρυσίνης (Πειραιάς 1916 – Αθήνα 1970) – 2ος από αριστερά

Αρκετές είναι οι περιπτώσεις καλλιτεχνών, όπου κάποια φυσική ατέλειά τους τους, στάθηκε αφορμή και αιτία, να κερδίσουν την συμπάθεια του κοινού και να διαγράψουν λαμπρή πορεία, χωρίς να παραγνωρίζουμε το ταλέντο και τις ικανότητές τους.

Η Μαριάννα Χατζοπούλου μεσουράνησε στα τέλη του ’50 και στις αρχές του ’60 ως «τυφλό αηδόνι» ενώ ο Σπύρος Ζαγοραίος, εδώ και δεκαετίες, έχει για σήμα κατατεθέν του το ψεύτικο-συμπληρωματικό χέρι που δίνει άλλη διάσταση στα «μάγκικα» και «αλέγκρα» τραγούδια του. Ο ίδιος έκανε σουξέ με τη σύνθεσή του Είμαι ανάπηρος και έχω ανάγκη απ’ την αγάπη σου. Ελάχιστες όμως είναι οι φορές όπου ένας δημιουργός και μαέστρος ξεπερνά ταεμπόδια της φύσης και σηματοδοτεί σαν φάρος φωτεινός τις εξελίξεις στο αντικείμενό του, ανακαλύπτοντας νέα ταλέντα και δίνοντάς τους βήμα να εκφραστούν και παράλληλα «συμμαζεύοντας» και βελτιώνοντας τις καταθέσεις των ομότεχνών του.
Ακόμη και σε διεθνές επίπεδο, οι Ray Charles, Stevie Wonder, Sammy Davis Jr., Αndrea Boccelli, που λειτουργούν -ειδικά οι δύο πρώτοι- σαν συνθέτες και στιχουργοί, ήταν και είναι πάνω απ’ όλα ερμηνευτές των πονημάτων τους ενώ ο Μπαγιαντέρας πρώτα καθιερώθηκε ως μουσικοσυνθέτης και στη συνέχεια στερήθηκε την όρασή του.
Εδώ ακριβώς έγκειται και η πρωτοτυπία και πρωτοπορία του Στέλιου Χρυσίνη, που αν και έχασε το φως του από τα πρώτες μόλις στιγμές του στη ζωή κατάφερε για μεγάλο διάστημα, μέχρι και τον πρόωρο θάνατό του, να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο «δασκάλου» στη δισκογραφία και γενικότερα στο λαϊκό μας τραγούδι.(…)

Τελευταια Σουξε

Ο Στέλιος Χρυσίνης γεννήθηκε το 1916 στον Πειραιά σε μεσοαστική οικογένεια η οποία είχε μετακομίσει στο επίνειο της Αθήνας από το Κρανίδι της Αργολίδας. Κατάφερε να αναδειχθεί μέσα από των κύκλο των ρεμπετών του λιμανιού πολύ γρήγορα. Όμως λίγο μετά τα μισά του ’50 ο ρόλος και η επιρροή του Χρυσίνη σταδιακά ελαττώνονται. Εξακολουθεί να συμμετέχει ως κιθαρίστας σε πλήθος ηχογραφήσεων και να κάνει δυνατά σουξέ, όπως Κάτσε στον καναπέ μου με την Καίτη Γκρέυ σε στίχους Τσάντα, «Τα χρόνια δεν έχουν καμιά σημασία» με τον Πάνο Γαβαλά σε στίχους Σπύρου Κεφαλόπουλου αλλά ουσιαστικά τίθεται εκτός του κύκλου των μεγάλων εταιρειών. Ο λόγος στον Δερβενιώτη: Ο Μηλιόπουλος μου πρότεινε την θέση του μαέστρου στην Columbia. Δεν δέχτηκα γιατί θα εκτειθόμουν στον κύκλο μας αν έπαιρνα την θέση ενός τυφλού ανθρώπου, κάτι που δεν θεωρούσα σωστό κι απ’ την ανθρώπινη πλευρά του ζητήματος. Βλέποντας όμως την αποφασιστικότητά του και την επιμονή του, πρότεινα να συνυπάρχουμε μαζί με τον Χρυσίνη στο ίδιο πόστο. Η απάντησή του ήταν, κάνε ότι θες, ο μισθός είναι αυτός που είπαμε, ούτε δεκάρα παραπάνω, αν θέλεις να τον μοιράζεσαι δικό σου θέμα αλλά εγώ θα έχω να κάνω μαζί σου και το δικό σου κεφάλι θα πάρω αν κάτι δεν πάει καλά. Δεν τον ήθελαν πια τον Χρυσίνη, δεν τους έκανε.

Μετά από κάμποσο καιρό χώρισαν οι δρόμοι μας, κι εγώ ανέλαβα πλέον μόνος μου την θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή. Ο Χρυσίνης καταφεύγει σε μικρότερες εταιρείες, στην RCA Victor του Ορφανίδη, στην Astron του Αλεξάκη, στη Fidelity του Πατσιφά, στην Βεντέττα του Πελαγίδη κ.ά. Εκεί η Πόλυ Πάνου θα τραγουδήσει το «Αλήτη κι αν σε λένε» σε στίχους Λάκη Τσώλη, ο οποίος θα χαρακτηρίσει τον Χρυσίνη ως μουσική μεγαλοφυία.

kaityCapture
Καίτη Γκρέυ (Σάμος 1924)

Ανάλογα έχουν κατά καιρούς εκφραστεί για το ταλέντο του και η Καίτη Γκρέυ, Γιώτα Λύδια κ.ά. Συνεχίζει να αναδεικνύει νέα ταλέντα. Έχει μετακομίσει στο Μιχαή Βόδα 115, κι απ’ το σπίτι του παρελαύνουν για ακροάσεις ερμηνευτές και δημιουργοί: Στράτος Κύπριος, Σοφία Σιδέρη, Ρίτα Σακελαρίου, Βούλα Πάλλα, Κώστας Καρουσάκης, Γιώργος Ταλιούρης κ.ά. Ο τελευταίος που έκανε το ντεμπούτο στη δισκογραφία στις αρχές του ΄60, με συνθέσεις του Χρυσίνη, μου είπε για τον «δάσκαλό» του: Ήταν σπουδαίος μουσικός. Κατείχε δέκα όργανα. Όταν έπαιζε κιθάρα νόμιζες ότι άκουγες ολόκληρη ορχήστρα. Για αρκετό διάστημα μέναμε στο ίδιο σπίτι. Όπως συνέβη και με τον Καζαντζίδη στο ξεκίνημά του. Μου δίδαξε την τέχνη του τραγουδιού, τις αναπνοές, τους λαρυγγισμούς. Γλυκός άνθρωπος. Τον είχα σαν πατέρα μου.

Του άρεσε να πηγαίνει στα ταβερνάκια, ιδιαίτερα τα παραθαλάσσια, να τρώει το ψαράκι του και να ακούει το κύμα. Ήταν πολύ θρήσκος. Προτού πιει το κρασάκι του, άδειαζε πρώτα ένα ποτήρι κάτω στο πάτωμα, κι έλεγε μια προσευχή. Κάθε Πάσχα τον συνόδευα σε τρεις επιτάφιους. Στον Κορυδαλλό, στον Άγιο Παντελεήμονα και στο Μοναστηράκι. Όταν το ’66 κάναμε το «Στολίδι είσαι μόνη σου» σε στίχους του Κεφαλόπουλου χάλασε ο κόσμος. Ακόμα και σήμερα όπου το τραγουδήσω γίνεται χαμός! Είχαμε δουλέψει μαζί και στη Λουζιτάνια, στο Αιγάλεω. Έφυγε ξαφνικά. Με ειδοποίησαν και έτρεξα αμέσως στον Ευαγγελισμό. Πρόλαβα να τον δω και λίγο αργότερα έσβησε οριστικά. Ήμουν ένας από τους λιγοστούς καλλιτέχνες που τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία.

Στέλιος Χρυσίνης Πειραιάς 1916 – Αθήνα (Ευαγγελισμός) 1970

περισσότερα σε rebetiko.gr

Ζωγραφικές Ετικέτες

Painting Labels

magnum_nanos
magnum_nanos2

«Την αρχιτεκτονική την είχα μέσα μου όπως είχα και το πάθος της ζωγραφικής από τότε που γεννήθηκα»
Ο Γιάννης Νάνος κατάγεται από την πόλη της Δράμας όπου γεννήθηκε το 1948. Σπούδασε στην Αρχιτεκτονική σχολή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου στην Αθήνα ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τη ζωγραφική επηρεασμένος βαθιά από τον Υπερρεαλιστή ζωγράφο και ποιητή Νίκο Εγγονόπουλο.

Το πολυτεχνείο υπήρξε ο χώρος της καλλιτεχνικής και αργότερα επαγγελματικής δραστηριότητας του Γιάννη Νάνου όπου συμμετέχει ήδη από τα πρώτα χρόνια των σπουδών του σαν συνεργάτης αρχιτέκτων σε αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς και μελέτες.

Με τη διπλωματική του εργασία «Αρχιτεκτονικός Προσχεδιασμός» παίρνει το πτυχίο του αρχιτέκτονα μηχανικού το 1973 και ταυτόχρονα το πρώτο βραβείο της Ελληνικής Αρχιτεκτονικής Εταιρείας. Η μελετητική εταιρεία Ευπαλίνος γίνεται ο χώρος της μετέπειτα αρχιτεκτονικής δραστηριότητας του Νάνου με πληθώρα κτηριακών έργων στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Παράλληλα δραστηριοποιείται και στο χώρο της ζωγραφικής με ατομικές και ομαδικές εκθέσεις σε γκαλερί της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης με καλές κριτικές από την Ελένη Βακαλό και διακρίσεις στις γκαλερί Στοά Τέχνης 13, Ώρα και την Ελληνοαμερικανική Ένωση. Το 1980 Εγκαθίσταται στη Δράμα και γνωρίζει τον Κώστα Λαζαρίδη με τον οποίο θα ακολουθήσει μια μακρόχρονη συνεργασία η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.

Συνεργάτης αρχιτέκτων και καλλιτεχνικός σύμβουλος της εταιρείας «Κτήμα Κώστα Λαζαρίδη Α.Ε.» συμμετέχει από το 1989 με το έργο του τόσο στον καλλιτεχνικό όσο και στον αρχιτεκτονικό τομέα, στην ίδρυση, καθιέρωση και στα οράματα αυτής της εταιρίας. Η αρχιτεκτονική και η ζωγραφική δεν ήταν ποτέ η διπλή ιδιότητα του Γ. Νάνου αλλά η ενιαία δραστηριότητα δύο τρόπων έκφρασης.

Άλλες συνεργασίες του Γιάννη Νάνου είναι με το τσίπουρο Ηδωνικό (δες έργο)

domaine-lazaridi gr Magnum Collector’s, Κτήμα Κώστα Λαζαρίδη – Δράμα

Santorini Cruise-trip

Σε μια παλιά κρουαζιέρα στη Σαντορίνη, στο Duty-free shop στις Καμάρες – στο πίσω λιμάνι, είχα μπει να ρίξω μια ματιά. Εκεί βρήκα προϊόντα μακιγιάζ L’ Oréal. Ένα κραγιόν από τότε βρίσκεται στο συρτάρι μου. Είναι αλήθεια πολύ απαλό μ’ ένα ιριδίζον βιολέ χρώμα.

Santorini
Santorini – View of Old Harbor, Kamares

Βρίσκω πως είναι το ωραιότερο χρώμα που έβαλα ποτέ. Αλλά και η υφή… λάμψη, απαλότητα, φυσικότητα. Το φοράς κι είναι σαν να μην φοράς κραγιόν – τόσο απαλό και διάφανο… Αλλά πλήρως καλυπτικό – πως γίνεται; είνα το μυστικό του!
Το ίδιο απόγευμα έφυγα από το μαγαζί – πολύ ωραίο σε στιλ παραδοσιακό με τη λευκή, τριπλή αψιδωτή στέγη, τα ψηλά ορθογώνια παράθυρα με τις μαύρες σιδεριές, με ένα κουτί σκιές, δύο eau de Toilette Prada (το ένα το είχε παραγγείλει η αδελφή μου), κάτι μικρά άσπρα ηχεία Philips για το μικρό laptop. Τα παιδιά απ’ το κατάστημα μας αποχαιρετούσαν γελαστά στο σκιερό προαύλιο. «Να μας ξανάρθετε!«, «Καλό ταξίδι!».
Ήταν νωρίς το απομεσήμερο, η θάλασσα λαμπίριζε έξω από την πόρτα του μαγαζιού, περιμέναμε με τις τσάντες με τα ψώνια τη βάρκα που θα μας πήγαινε στο πλοίο —αραγμένο, ασάλευτο, μεγαλοπρεπές, λίγο μετά την «Καμμένη«.

Μία από της ομορφιές του ταξιδιού είναι οπωσδήποτε και τα ψώνια. Η ευχαρίστηση να γυρίζεις στον προορισμό σου με τα λογής-λογής πράγματα που διάλεξες ν’ αγοράσεις. Να τα βγάζεις από τις σακκούλες, να τα δείχνεις στους τυχόν συντρόφους σου του ταξιδιού. Να ψάχνεις για το καινούργιο που θα ανανεώσει την καθημερινή σου εικόνα!

Σίγουρα ήταν όμορφες οι περασμένες ωραίες εποχές. Κυρίως γιατί υπήρχε η ελευθερία: Δεν κινδύνευες από τίποτα, και ήσουν ασφαλής να την απολαμβάνεις.

Εξοχικα Ψησιματα

Bistecca alla Fiorentina Di Number55Opera propria, CC BY-SA 3.0, Collegamento

Οι ψησταριές είναι από τους πλέον προσφιλείς προορισμούς για τις βραδινές ή μεσημεριανές —μέρες με καλοκαιρία, εξόδους. Τι πιο νόστιμο από μια ζουμερή μπριζόλα ή τι-μπόουν στέικ, ένα φιλέτο, παϊδάκια στη σχάρα, ξεροψημένα – αφράτα από μέσα, μπιφτεκάκια;  Συνήθως συνοδεύονται με ξεροψημένες τηγανιτές πατάτες, τζατζίκι, χωριάτικη, χόρτα κλπ.

T-bone steak dinner was niiiiice...
T-bone Steak

Όντως μια ωραία βόλτα στην εξοχή, αν συνοδευτεί με ένα πλούσιο «λουκούλειο» γεύμα ή δείπνο, είναι μέσα στις τοπ προτιμήσεις του κόσμου. Σήμερα βέβαια ο κόσμος που επισκέπτεται αυτά τα μέρη, όλο και λιγοστεύει – προφανώς… Όμως πάντα θα υπάρχουν αυτά τα εστιατόρια και βέβαια οι επισκέπτες τους καλοφαγάδες.

Ωστόσο, είναι αλήθεια, ότι κατά τη διαδικασία ψησίματος στην ψησταριά (barbecue) —ειδικά σ’ αυτή με κάρβουνα, αναπτύσσονται ετεροκυκλικές αμίνες και πολυαρωματικοί υδρογονάνθρακες (PAH), οι οποίοι αποτελούν σοβαρούς προ-οξειδωτικούς και καρκινογόνους παράγοντες. Επίσης, μην ψήνετε τα τρόφιμα σε «γυμνή» φλόγα! Το ψήσιμο στη θράκα είναι πραγματικά μία μια επιβλαβής πρακτική…

Barbecue steak
Barbecue Steak

Οι ετεροκυκλικές αμίνες παράγονται κυρίως σε κρέατα με λίγα λιπαρά και με ευαίσθητες πρωτεΐνες, όπως είναι τα πουλερικά και τα ψάρια. Ωστόσο, υπάρχει και ένα άλλο πρόβλημα πιο σοβαρό: το λίπος που στάζει στη θράκα πυρολύεται και από τον καπνό του παράγονται πολυαρωματικοί υδρογονάνθρακες (που είναι πολύ πιο επικίνδυνοι από τις ετεροκυκλικές αμίνες), οι οποίοι επαναδιαλύονται στον υπόλοιπο λιπαρό ιστό του κρέατος.

Έχει υπολογιστεί ότι μια μπριζόλα στα κάρβουνα έχει τόσα καρκινογόνα, όσα 600 τσιγάρα! Ευτυχώς που το πεπτικό σύστημα είναι πιο ανθεκτικό από το αναπνευστικό.

English: T-bone Steak Italiano: Bistecca alla ...
T-bone Steak Italiano

Ο Δρ. Γεώργιος Μπόσκου, Επίκουρος Καθηγητής Χαροκόπειου Πανεπιστημίου δηλώνει κατηγορηματικά: Μην «ξεροψήνετε» τα τρόφιμα! Ωστόσο, πολλές φορές τρώτε έξω χωρίς να έχετε τη δυνατότητα να παρέμβετε στον τρόπο ψησίματος των ζωικών τροφίμων. Τι μπορείτε να κάνετε στην περίπτωση αυτή έτσι ώστε να μειώσετε την πρόσληψη προοξειδωτικών και καρκινογόνων, μέσω της κατανάλωσης ζωικών προϊόντων;

Τι λύσεις υπάρχουν; Η πρώτη αφορά στα ζωικά τρόφιμα που διαθέτουν δέρμα όπως είναι το κοτόπουλο ή το ψάρι. Στην περίπτωση αυτή τα πράγματα είναι σχετικά εύκολα! Ψήστε το κοτόπουλο ή το ψάρι με το δέρμα τους (πέτσα) και στη συνέχεια αποκρύντε τη! Με τον τρόπο αυτό δεν θα προσλάβετε τα διάφορα καρκινογόνα (πολυαρωματικούς υδρογονάνθρακες, ετεροκυκλικές αμίνες κλπ) που έχουν αναπτυχθεί κατά τη διαδικασία του ψησίματος και φυσικά θα έχετε καταναλώσει λιγότερο κορεσμένο (ζωικό) λίπος, το οποίο στα τρόφιμα αυτά εντοπίζεται κυρίως στο δέρμα τους.

Grilled T-bone Steak @ Scoozi Pizza
Grilled T-bone Steak

Η δεύτερη αφορά στην περίπτωση του κόκκινου κρέατος που ψήνεται χωρίς δέρμα. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει είτε να το μαρινάρετε, είτε απλά να προσθέσετε τρόφιμα με αντιοξειδωτικές ιδιότητες. Το μαρινάρισμα με πηγές αντιοξειδωτικών και η προσθήκη τροφίμων που διαθέτουν αντιοξειδωτικά χαρακτηριστικά (λεμόνι, ξύδι, φυσικά καρυκεύματα κλπ) αποτελεί μία πολύ καλή λύση εξουδετέρωσης των ετεροκυκλικών αμινών και των πολυαρωματικών υδρογονανθράκων που αναπτύσσονται κατά το ψήσιμο.
Σε κάθε περίπτωση η κατανάλωση, μαζί με το κρέας, μίας πλούσιας εποχιακής σαλάτες με ελαιόλαδο και μπόλικο λεμόνι ή ξύδι θα σας προσφέρει επιπλέον προστασία, αφού θα αυξήσει την αντιοξειδωτική ικανότητα του πλάσματος.
Η εποχιακή σαλάτα παρέχει ένα πλήθος και μία ποικιλία σημαντικών αντιοξειδωτικών ουσιών (φαινολικών ενώσεων) με συνεργική δράση, οι οποίες εξουδετερώνουν τις «προ-οξειδωτικές» και «προ-φλεγμονώδεις» ιδιότητες των γευμάτων που είναι πλούσια σε λίπη, με αποτέλεσμα να αντισταθμίζεται η αρνητική τους επίδραση.

Η κατ’ εξοχήν ανώδυνη επιλογή, έγκειται στη παραγγελία σ’ αυτά τα εστιατόρια ενός Φιλέτου ή T-bone steak. Το φιλέτο μπορεί να ψηθεί λίγη ώρα, δεν στάζει λίπη, δημουργεί στη δυνατή φωτιά που ακουμπά η σχάρα, μεμιάς κρούστα που προστατεύει το κρέας από την απορρόφηση μέσω του καπνού των βλαβερών ουσιών. Και πείτε στο σερβιτόρο να το ψήσει πολύ λίγο, ή μέτρια (saignant, ή à-point), για να μη παραμείνει πολύ χρόνο επάνω στην πυροστιά.

Αρχική Προέλευση πληροφοριών