Σύνδεσμοι

Tinos Eternal

Τηνος για παντα

Ταξίδι στην Τήνο

Τήνος - Παναγία
Παναγία Τήνου – Στέγη με άποψη φοίνικα

Θραύσματα σιωπής
ήχοι της νύχτας ανεξήγητοι
Άραγε να ‘ναι της χαράς ή μακρινοί της λύπης;

Τήνος νησί χαμένο
Στης μνήμης τα μακρόστενα δρομάκια σα να ‘παιζες κρυφτό.

Άσπρο γαλάζιο
το μαύρο τούτο του ουρανού διασπούν
λέξεις μετέωρες.

Τα πρόσωπα τότε ήταν γελαστά
στου φεγγαριού τη λάμψη αφημένα.
Στην άμμο, θαρρείς απάτητη
έσκαγε ρυθμικά
αργόσυρτο και χαρωπό το κύμα.

«Pigeon on the roof of Pangiou-Tinos».
Licensed under CC BY 2.5 via Wikimedia Commons – https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Pigeon_on_the_roof_of_Pangiou-Tinos.jpg#/media/File:Pigeon_on_the_roof_of_Pangiou-Tinos.jpg

Tότε
στου ασημένιου φεγγαριού αναλαμπή
στη χρυσαφιά του ήλιου λάμψη
τα πράγματα ολούθε τυλιγμένα.

Thinking Arlequin

Aρλεκίνοι, Ταχυδακτυλουργοί – Ένας κόσμος σαν από τσίρκο βγαλμένος

Pablo Picasso Arlequin
Pablo Picasso – Arlequin

Βλέποντας αυτό το πίνακα του Πικάσσο πολλές σκέψεις εγείρονται στο νου: Γιατί Αρλεκίνος, γιατί το πολύχρωμο φόντο, γιατί το τραπέζι του καφενείου, γιατί έχει στρέψει την πλάτη του, γιατί έχει το χέρι του στο μέτωπο…

Κατ’ αρχήν θα πρέπει ο Pablo Picasso να ζωγράφισε τον Αρλεκίνο γιατί η στολή του είναι μεγαλόπρεπη, είναι δημοφιλής στα τσίρκα και στους χορούς μεταμφιεσμένων. Η μεταμφίεση είναι το κλειδί της ερμηνείας του πίνακα. Ο μεταμφιεσμένος άνθρωπος σε αρλεκίνο, παλιάτσος της opera buffona. Μεταμφιέζεται και για καλό και για κακό. Καλό για να διασκεδάσει σε ένα bal masque, όταν στο τσίρκο χαίρεται με τα καμώματα του κλόουν, γελά με τα παραπατήματα του.
Ένας Αρλεκίνος έχει το συντροφό του – πάντα τη κολομπίνα, δεν είναι μόνος του στη σκηνή, γελάει και χαίρετα – συχνά χοροπηδάει σφουγγίζοντας κάποιο δάκρυ!
Ένας χορός μεταμφιεσμένων είναι το sine qua non στοιχείο της Αποκριάς. Σερπαντίνες, κομφετί, μάσκες, πούλιες, αστραφτερά στρας και ανάλαφρα ρόδινα και μπλε φτερά. Χορός και κέφι ως το πρωί!

Η άλλη ερμηνεία είναι του διφορούμενου – συχνά αρνητικού στοιχείου: Παίζουμε ρόλους –  ο ρόλος του παλιάτσου είναι ένας ρόλος που συχνά πια τον υποδύεται ο σύγχρονος άνθρωπος.
Αποτραβηγμένος μέσα σε μια εσωτερική μοναξιά, έχοντας στρέψει την πλάτη κατά βάθος σε φίλους και συντρόφους λόγω της ασυνενοησίας που επικρατει στις σχέσεις των ανθρώπων – όσο παραμένουν επιφανειακές, απομονωμένος στην εσωτερική του θλίψη σκέπτεται τον εαυτό του, το μέλλον του, τη πορεία του – τώρα που η γιορτή μοιάζει να έχει φτάσει στο τέλος της και ορθώνεται το ερώτημα: Και τώρα που χαμηλώνουν τα φώτα της σκηνής, «Τι μέλλει γενέσθαι;».

Μοναξιά, απομόνωση, ερημιά που ακολουθεί το τέλος της γιορτής, είναι ένα μονοπάτι που αν το καλοεξετάσεις είμαστε όλοι ταγμένοι στο τέλος τέλος  να ακολουθήσουμε.
Όμως όταν το τέλος των αυταπατών έρχεται πριν την ώρα του, σημαίνει και ο καιρός των αντιστάσεων – πρέπει κανείς να παλέψει, να αντισταθεί σε μια πρόωρη φθορά… Τουλάχιστον ας παραδεχθεί πως όλα όσα νόμιζε αληθινά αποδεικνύονται ψεύτικα: Υποσχέσεις, συμβόλαια, ακριβές γιορτές, διασκεδάσεις, φιλίες και ιδεολογίες – την ώρα που  κακό και καλό αναμειγνύνται επικίνδυνα, τα χρέη μένουν στάσιμα, οι υποχρεώσεις όλο και αυξάνονται καθώς το κόστος ζωής  παρά τις προβλέψεις βρίσκεται στην ανιούσα κάνοντας την ανασφάλεια – το συναίσθημα που αφαιρεί την ηρεμία και την εμπιστοσύνη στο αύριο, όλο να κερδίζει έδαφος…

Ιδίως τώρα που το πάρτυ τελείωσε κατά τη ρήση των Εταίρων το 2009 – «the party is over!», οι Έλληνες όλο και περισσότερο θα μοιάζουν με τον όμορφο Αρλεκίνο του ιδιοφυιούς Ισπανού ζωγράφου.

Raining Time – Βροχερος Καιρος

Βροχερος Καιρος

Φυγή

skalakia
Εξοχικό δρομάκι με σκαλάκια

Πάει χάλασε ο καιρός. Από χθες φυσάει λυσσωδώς – στα πελάγη άκουσα φθάνει ο αέρας τα 8 και πλέον μπωφόρ. Δεν ξέρω αυτός ο καιρός παραπέμπει σε εκδρομές:
Η επιβλητική ομορφιά του γκρίζου, βροχερού τοπίου, οι καφετιές στέγες των σπιτιών, ο κάμπος με τους καπνούς από τα τζάικια των σπιτιών να ορθώνεται στον ορίζοντα, η μυρωδιά του καμμένου ξύλου.
Τα ξέρά κλαδιά των δένδρων να δείχνουν τον ουρανό όπου εναλάσσονται τα άσπρα σύννεφα με τις γκρίζες αναλαμπές, τα πεσμένα φύλλα, οι σκούροι νοτισμένοι κορμοί γερτοί απ’ το χρόνο.

Εδώ ξεχάσαμε όλα αυτά. Κλεισμένοι σε πόλεις, περιδιαβαίνοντας στους φτιαχτούς δρόμους, σε πεζοδρόμια, ανάμεσα σε σημοτοδότες, αυτοκίνητα, κόσμο που πάει κι έρχεται και ούτε γνωρίζεται ούτε θα γνωριστεί με το διπλανό του διαβάτης που βιαστικός τρέχει να προλάβει – ν’ αγοράσει, να φάει, να πιει καφέ, να γυρίσει σπίτι του, να ξεκουραστεί.

Στη φύση η ανάγκη για ξεκούραση εκλείπει. Η ίδια η ουσία της ξεκουράζει. Ο ατέλειωτος ορίζοντας, η θαλπωρή της ταβέρνας του χωριού, η πρόσχαρη διάθεση – πασίγνωστη η φιλοξενία των κατοίκων της υπαίθρου, των ιδιοκτητών τους – που δε βλέπουν τον επισκέπτη σαν πελάτη, ούτε σαν χρήμα, αλλά σαν ένα καινούργιο πρόσωπο που πρέπει να προϋπαντήσουν θερμά και να καλωσορίσουν με διακριτική ευγένεια.

Λοιπόν γιατί δεν ξεκινάει κανείς να φύγει για λίγο; Θα ήταν καλύτερο και για τους εναπομείναντας που θα είχαν μια άνεση στην κυκλοφορία τους στην πόλη. Μια απάντηση είναι η δυσκολία των μετακινήσεων μέσα σε δρόμους όπου ελλοχεύει κάθε στιγμή ο κίνδυνος – κάποιος να πέσει επάνω σου, κάπου να τσακιστείς ο ίδιος.
Το αυτοκίνητο θέλει μεγάλη προσοχή. Άλλος λόγος είναι η οικονομική δυσπραγία – έξοδα, βενζίνες, ξενοδοχεία κλπ.

Άλλος λόγος τελευταίος αλλά κυριώτερος – (last but not least), οι σειρήνες της πόλης – μαγαζιά, θέατρα, κινηματογράφοι, νυχτερινοί έξοδοι με την παρέα, διασκεδάσεις που και κουράζουν και για άλλη μια φορά ακόμη παραπέμπουν στο ίδιο σκηνικό —ασυνενοησία, ανταγωνισμός, επίπλαστη επικοινωνία.

Σχετικό θέμα Μια βόλτα στην εξοχή.