Αρχείο ετικέτας movies

Γλυκό μου αηδονάκι

Ρόζα Εσκενάζι
Ρόζα Εσκενάζυ

«Πίσω από τα κλειστά τζάμια ένας λυπητερός αμανές αντηχεί: Αμάν, αμάν… και η φωνή διασπάται στον αέρα σαν ένα ανάλαφρο μουντό πέπλο περασμένων αλλά όχι ξεχασμένων ιστοριών. Είναι μια φωνή που βγαίνει μέσα από τις χαμένες πατρίδες, τα ματωμένα χώματα της Διδούς Σωτηρίου. Το ρεμπέτικο είχε πατρίδα τα Μικρασιατικά παράλια – έζησε, άνθισε στα μέρη όπου Έλληνες με Τούρκους ζούσαν μαζί, παρ’ όλο που οι πρώτοι ήταν κύριοι και αφέντες. Η μουσική αυτή είναι ασφαλώς επηρεασμένη από τους Τούρκικους αμανέδες και τους συρτούς ήχους των δρόμων όπου οι φτωχικοί μαχαλάδες συνυπήρχαν με τα μαρμάρινα κτίρια των λεωφόρων. «Συνυπήρχαν» μια λέξη μαγική γιατί άφηνε χώρο να υπάρχουν και να μπορούν οι άνθρωποι να ζουν ευτυχισμένοι μαζί.

eskenazy Ρόζα Εσκενάζυ η βασίλισσα του Ρεμπέτικου Η Ρόζα Εκενάζυ γεννήθηκε στη Κωνσταντινούπολη το 1895 σε φτωχική οικογένεια (ο πατέρας της ήταν παλιατζής) και πέθανε σε μεγάλη ηλικία – πράγμα που δεν εμπόδιζε να εμφανίζεται σε εκπομπές ή να τραγουδάει, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 1980, χτυπημένη από Αλτσχάιμερ. Ο τάφος της βρίσκεται στο Στόμιο, παραθαλάσσιο χωριό της Κορινθίας.

Την εποχή που ο Πειραιάς – εργατούπολη και πόλη της φτωχολογιάς, έγινε ο τόπος που τα ρεμπέτικα είχαν ιδιαίτερη απήχηση. Με τη γλυκιά φωνή της ήταν αδύνατο να μην ανακαλυφθεί στους διαδοχικούς τόπους που έζησε – κατ’ αρχήν στη Θεσσαλονίκη, μετά στην Κομοτηνή, από ανθρώπους του χώρου της εποχής και να μη γίνει γνωστή στην πορεία, σαν η περίφημη ρεμπέτισσα τραγουδίστρια απ’ τη Τουρκία. Η Ρόζα Εσκενάζυ, μια τραγουδίστρια που τέθηκε επικεφαλής της «κάστας» των ρεμπετών της εποχής με τραγούδια που άφησαν εποχή όπως «Τα Κεριά τα Σπαρματσέτα», «Τράβα βρε Αλάνη» (1934) σε μουσική, στίχους Κώστα Στραβέλη, καθώς και άλλα λεγόμενα «του τεκέ» όπως «Είμαι πρεζάκιας πρέζα πίνω» κ.ά. Δέσποσε στο μουσικό στερέωμα με τραγούδια της Σμυρνέϊκης λεγόμενης σχολής, για τρεις δεκαετίες, βοηθώντας και άλλους καλλιτέχνες της σχολής αυτής που ήταν η προτιμώμενη για τη φωνή και το ταμπεραμέντο της.

Πλήρη στοιχεία για τη ζωή της Ρόζας Εσκενάζυ – (την εβραϊκής καταγωγής Σάρα Σκινάζι εδώ)

Στη ταινία «Καναρίνι μου γλυκό» (2011) σε σκηνοθεσία του Ιστραηλινού Roy Sher –  ένα ντοκυμαντέρ για τη ζωή της, εμφανίζεται η ίδια σε αρχειακό υλικό, καθώς και άνθρωποι που έζησαν τη παρουσία της και μπορούν να διηγηθούν για τη ζωή της. Η φωνή της βασικά διακρίνεται στη λεπτή της χροιά και την απαλή εκφορά των πιο σκληρών στίχων, όπως συμβαίνει στα κάποια της «απαγορευμένης» λεγόμενης θεματικής τους, τραγούδια.

«Δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι παρ’ ότι ήταν μεγάλη σε ηλικία και κοντά στο τέλος της ζωής της,το ότι ήταν πάντα βαμμένα τα μαλλιά της και τα μάτια της και φορούσε ένα πλισέ φουστάνι μελιτζανί, καθώς και ένα παραδοσιακό πεντατίφ. Στεκόταν και σε κοιτούσε με ένα ελαφρύ χαμόγελο και ένα λίγο «φευγάτο» βλέμμα εκεί έξω από το καφενείο των παραδοσιακών μουσικών στην οδό Μενάνδρου.» (χρήστης You Tube)

Έρχομαι από την πραγματικότητα

Sixto Rodriguez: Coming from Reality

Είχε τελειώσει η μέρα πια και καθώς η νύχτα προχωρούσε άνοιξα την τηλεόραση και έπεσα σ’ ένα ντοκυμαντέρ για έναν τραγουδιστή που μόλις άρχιζε. Ποιος να ‘ναι αναρρωτιόμουν και περίμενα να ξεκινήσει η ταινία για να μάθω. Ήταν γυρισμένη στο Ντητρόιτ εκεί που ανθούσε η βιομηχανία προ ετών – πριν τη παγκοσμιοποίηση, όταν πολλές εταιρείες έφυγαν από εκεί ή έκλεισαν.
Το Ντητρόιτ ήταν ανθούσα βιομηχανική περιοχή στα 70’s καθώς εκεί βρίσκονταν οι μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες των ΗΠΑ. Πόλη όπου απασχολούνταν στη βιομηχανία φτωχοί μετανάστες περισσότερο, διαβιώνοντας εκείνη την περίοδο μέσα σε άθλιες συνθήκες.

rodriguezcapture
Sixto Rodriguez – Έρχομαι από την πραγματικότητα

Detroit, Michigan 1968: Ο φακός εστιάζει στους βρεγμένους δρόμους, στις ξεφτισμένες επιγραφές από τα μπαρ. «Σερβίρουμε ποτά, κοκτέιλς, φαγητό, ζωντανή μουσική» έγραφε μία. Μια άλλη «Εντελώς γυμνό μετά τις 12μμ» επρόκειτο για μπαρ με κάποιον που έπαιζε κιθάρα ή κάποιο τοπικό συγκρότημα, το άλλο για ένα κέντρο με στριπτήζ. Αυτοκίνητα μεγάλα παρκαρισμένα στο δρόμο, αραιοί διαβάτες ενώ η βροχή έπεφτε σιγανά και μονότονα.

Σ’ ένα τέτοιο μπαρ «The Sewer», έπαιζε και ο τραγουδιστής Σίξτο Ντιάζ Ροντρίγκεζ. Έμπαινες μέσα σ’ ένα σύννεφο καπνού καθώς ερχόσουν πάλι μέσα από ένα σύννεφο ομίχλης που πλανιόταν στην πόλη, σκεπάζοντας τον ποταμό Ντητρόιτ με τους ήχους από τις μαούνες που ανεβοκατέβαιναν, διηγείται ένας που τον γνώριζε. Στο βάθος καθόταν εκείνος με την πλάτη στο κοινό, κρατώντας τη κιθάρα του. Η μουσική του σε συνέπαιρνε, κάθε ήχος που έβγαινε από την κιθάρα του – Ήταν απίστευτο.

rodriguez2capture
Sixto Diaz Rodriguez – Μπροστά από ξενοδοχείο στο Ντητρόιτ

Ο Σίξτο Ροντρίγκεζ υπήρξε αυτοδίδακτος μουσικός. Πάντα στους δρόμους του Ντητρόιτ με το καπέλο του και τις μπότες να περπατάει σκυφτός, την κιθάρα του κρεμασμένη στην πλάτη.
Η πραγματικότητα της πόλης τον απορροφούσε πλήρως, ήθελε αυτά που αισθανόταν να τα βάλει στο χαρτί κι έτσι βγήκαν οι στίχοι της μουσικής του. «Ερχομαι από την πραγματικότητα» ονόμασε ένα άλμπουμ του και αυτή η πραγματικότητα της πόλης του με τα μπαρ, τα μεγάλα αυτοκίνητα, τις φωτεινές νέον επιγραφές, τη δουλειά στα εργοστάσια, τις καμινάδες με τους καπνούς που διασπούσαν την ομίχλη του χειμώνα ήταν κινητήριος δύναμις για τους στίχους του. Το πυκνό χιόνι στους δρόμους και το κρύο, ο κόσμος που έμπαινε στο μπαρ για να ζεσταθεί και να πιει μια μπίρα να ξεχάσει τα προβλήματα του, την έλειψη της δουλειάς από την οποία μπορεί να υπέφερε…
Ένας κόσμος πραγματικός αλλά ξεχασμένος από την υπόλοιπη ευημερούσα κοινωνία, ήταν εκείνη την εποχή κι ο εργατόκοσμος του Ντητρόιτ. Εκεί ανήκε και ο Ροντρίγκεζ – με προγόνους Μεξικάνους που ήρθαν στην Αμερική για κάτι καλύτερο.

Ο ίδιος γεννήθηκε στο Ντητρόιτ του Μίτσιγκαν. Για ένα διάστημα δούλεψε εκτός από τις οικοδομές και άλλες χειρονακτικές εργασίες και στο εργοστάσιο της Κάντιλακ. Όμως παράλληλα, ο Σίχτο Ντιάζ Ροντρίγκεζ πήγαινε και στο πανεμπιστήμιο του Wayne όπου και τελείωσε το 1981 παίρνοντας δίπλωμα της Φιλοσοφίας.

Στο ίδιο Ρεύμα της Αμφισβήτησης Στις ΗΠΑ οι δίσκοι δεν πήγαν και πολύ καλά όμως (ποιος ξέρει γιατί; Μήπως γιατί προωθούσαν την ίδια εποχή, τον Bob Dylan – κιθαρίστας κι αυτός, με τον οποίον είχαν το ίδιο στυλ και μουσικής και φωνής) … Εκείνον πάντως ποτέ δεν τον ενδιέφερε να αναγνωρισθεί, να κάνει χρήματα ή να βρει τη δόξα. Συνέχισε μόνος με την κιθάρα του, το καπελάκι, τα μαύρα γυαλιά να παίζει στα μπαρ του Ντητρόιτ. Η δουλειά που δήλωνε ως κύρια, ήταν χειροτέχνης στο κλάδο των κατασκευών – επσκευών κτιρίων. Όταν ρωτήθηκε από το δημοσιογράφο τι δουλειά έκανε, είχε απαντήσει «Μ’ αρέσει η χειρονακτική εργασία, οι οικοδομές, το χτίσιμο, το καθάρισμα από τις κατεδαφίσεις«. Δεν τον ενδιέφερε να αγκυροβολήσει στα πλούτη και τη δόξα.

rodriguezbancapture
Sixto Diaz Rodriguez – Στα σκαλιά του σπιτιού του

«Εκείνη την εποχή στο Ντητρόιτ ζούσαμε σε απίστευτες συνθήκες. Αλλάξαμε σπίτι και 25 φορές. Αυτά δεν ήταν σπίτια κανονικά – ένα μέρος για να κοιμηθείς ήταν!» εξομολογείται μία από τις κόρες του.
Συνεχίζοντας: «Ποτέ δεν τον ενδιέφερε να κάνει χρήματα. Ούτε οι ανέσεις ούτε η φήμη και η δόξα«.

Νότιος Αφρική Στο Γιοχάνεσμπουργκ αλλά και σε άλλες μεγάλες πόλεις όπως το Κέηπ Τάουν, είχε γίνει γνωστός εντελώς τυχαία: κάποια κοπέλα είχε μαζί της ένα δισκάκι με το άλμπουμ του «Cold Fact». Κάποιοι το άκουσαν, το αντέγραψαν γιατί τους άρεσε, κι έτσι κυκλοφόρησε σε πολλά αντίτυπα.

Όταν πήγανε στο Γιοχάνεσμπουργκ – όπου ήδη είχε γίνει πολύ γνωστός, για συναυλίες, ήταν σαν να ξαναζούσε ο Έλβις στη σκηνή: τέτοια ήταν η υποδοχή, τόσο θερμή – που το χειροκρότημα πριν ξεκινήσει να παίζει, διαρκούσε και 15 λεπτά. Πήρε την κιθάρα και άρχισε να τραγουδάει και κάτω το νεανικό ακροατήριο παραληρούσε από ενθουσιασμό.
Καθώς συνέχιζε με τον «Sugar Man«, οι στίχοι, το παίξιμο της κιθάρας, η μουσική, συνέπαιρναν ένα κοινό που επικοινωνούσε μαζί του με έναν γνήσιο παλμό σα να τον ήξερε από χρόνια.

Όμως εκείνον σα να μην τον είχε αλλάξει σε τίποτε η επιτυχία. Καθώς συνεχίζει η κόρη του:Το βράδυ καθώς έμεναν στα καλύτερα ξενοδοχεία παρ’ όλα τα ωραία κρεβάτια, εκείνος κοιμόταν στον καναπέ:  «δεν θέλω να βάλω άλλον στον κόπο να μου φτιάξει το κρεβάτι» έλεγε. Τόσο απλός και σεμνός ήταν ο πατέρας μου.
O Σίξτο Ροντρίγκεζ δεν έψαχνε τίποτα άλλο πέρα από αυτό που αλήθεια ήταν: Ένας απλός άνθρωπος που ερχόταν από την πραγματικότητα.

Η ζωή του Sixto Diaz Rodriguez έγινε γνωστή από την ταινία ντοκυμαντέρ «Searching for the Sugar man» (Ψάχνοντας τον Sugar Man) —Όσκαρ Ντοκυμαντέρ 2012, του Σουηδού (δυστυχώς, όχι πια εν ζωή) Malik Bendjelloul.

Belle Maman

Η Ωραια Πεθερα

belleMaman
Belle maman, 1999 – Gabriel Aghion

Τίτλος: Η Ωραία πεθερά
Σκηνοθεσία: Gabriel Aghion
Σενάριο: Gabriel Aghion, Daniele Thomson από το βιβλίο του Jean-Marie Duprez
Πρωταγωνιστούν: Catherine Deneuve, Vincent Lindon, Mathilde Seigner, Line Renaud, Stephane Audran, Jean Yanne
Είδος: Κωμωδία
Έτος: 1999
Διάρκεια: 102
Τιμητικές διακρίσεις: Υποψήφια για Βραβείο Cesar 1999 β΄ρόλου Line Renaud

Τη μέρα του γάμου του ερωτεύεται την ωραία πεθερά του!

Δεν υπάρχει ταινία με την Κατρίν Ντενέβ που να μην αξίζει την προσοχή και το ενδιαφέρον. Αυτή εδώ βλέπεται ευχάριστα, καθ’ όσον είναι μια διασκεδαστική κωμωδία.

Πρόκειται για μια μοντέρνα, ωραία πεθερά που δεν διστάζει να διασκεδάζει παρέα με τους φίλους του γαμπρού της. Η ελευθερία φαίνεται να είναι ωραίο πράγμα σ’ αυτή την ταινία. Το αποκορύφωμα φθάνει με το τραγούδι στην εκκλησία καθώς η Deneuve, βγάζει τα ακριβά σανέλ της παπούτσια για να χορέψει!
Από το έργο «Belle Maman» (1999) με την C. Deneuve.

Κριτική ταινίας
Marcia Baila
Marcia Baila (Photo credit: Wikipedia)

H γιαγιά είναι gay, έχει και φιλενάδα τρελή κάπως, η κόρη είναι ελεύθερο πνεύμα, η εγγονή μια συνεχώς αγχωμένη δικηγόρος. Αυτή είναι μια μοντέρνα οικογένεια μας λέει η ταινία, στη σύγχρονη Γαλλία.
Ο γαμπρός την ημέρα του γάμου του ερωτεύεται την πεθερά του. Στο ταξίδι του μέλιτος στη Μαρτινίκα, του έχει γίνει πια μια εμμονή! Βέβαια δεν θα υπήρχε ωραία πεθερά αν δεν έπαιζε η ωραία Ντενέβ που από τα ύψη της βασίλισσας του πάγου, πέφτει σε πιο χαλαρές καταστάσεις. Όταν τραγουδάει στα γενέθλια της γιαγιάς, θυμίζει την εποχή των Ομπρελών του Χερβούργου σε μια ανάλογη σκηνή. Η άλλη πεθερά το’χει ρίξει στο ποτό, η Σεβερίν η κόρη, αφήνει το δικηγορικό χαρτοφύλακα για να ενταχθεί σ’ αυτή τη τρελή παρέα. Είναι κι αυτό το κινητό που συνέχεια χτυπάει τόσο ενοχλητικά που κάποιος το πετάει στην τουαλέτα!

Σ’ αυτή την κωμωδία το στυλ υπάρχει πάντα να θυμίζει τη μαγεία που ‘χει χαθεί μέσα στη σοβαροφάνεια. Joan Dupont, IHT