Αρχείο ετικέτας rebetiko

Γλυκό μου αηδονάκι

Ρόζα Εσκενάζι
Ρόζα Εσκενάζυ

«Πίσω από τα κλειστά τζάμια ένας λυπητερός αμανές αντηχεί: Αμάν, αμάν… και η φωνή διασπάται στον αέρα σαν ένα ανάλαφρο μουντό πέπλο περασμένων αλλά όχι ξεχασμένων ιστοριών. Είναι μια φωνή που βγαίνει μέσα από τις χαμένες πατρίδες, τα ματωμένα χώματα της Διδούς Σωτηρίου. Το ρεμπέτικο είχε πατρίδα τα Μικρασιατικά παράλια – έζησε, άνθισε στα μέρη όπου Έλληνες με Τούρκους ζούσαν μαζί, παρ’ όλο που οι πρώτοι ήταν κύριοι και αφέντες. Η μουσική αυτή είναι ασφαλώς επηρεασμένη από τους Τούρκικους αμανέδες και τους συρτούς ήχους των δρόμων όπου οι φτωχικοί μαχαλάδες συνυπήρχαν με τα μαρμάρινα κτίρια των λεωφόρων. «Συνυπήρχαν» μια λέξη μαγική γιατί άφηνε χώρο να υπάρχουν και να μπορούν οι άνθρωποι να ζουν ευτυχισμένοι μαζί.

eskenazy Ρόζα Εσκενάζυ η βασίλισσα του Ρεμπέτικου Η Ρόζα Εκενάζυ γεννήθηκε στη Κωνσταντινούπολη το 1895 σε φτωχική οικογένεια (ο πατέρας της ήταν παλιατζής) και πέθανε σε μεγάλη ηλικία – πράγμα που δεν εμπόδιζε να εμφανίζεται σε εκπομπές ή να τραγουδάει, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 1980, χτυπημένη από Αλτσχάιμερ. Ο τάφος της βρίσκεται στο Στόμιο, παραθαλάσσιο χωριό της Κορινθίας.

Την εποχή που ο Πειραιάς – εργατούπολη και πόλη της φτωχολογιάς, έγινε ο τόπος που τα ρεμπέτικα είχαν ιδιαίτερη απήχηση. Με τη γλυκιά φωνή της ήταν αδύνατο να μην ανακαλυφθεί στους διαδοχικούς τόπους που έζησε – κατ’ αρχήν στη Θεσσαλονίκη, μετά στην Κομοτηνή, από ανθρώπους του χώρου της εποχής και να μη γίνει γνωστή στην πορεία, σαν η περίφημη ρεμπέτισσα τραγουδίστρια απ’ τη Τουρκία. Η Ρόζα Εσκενάζυ, μια τραγουδίστρια που τέθηκε επικεφαλής της «κάστας» των ρεμπετών της εποχής με τραγούδια που άφησαν εποχή όπως «Τα Κεριά τα Σπαρματσέτα», «Τράβα βρε Αλάνη» (1934) σε μουσική, στίχους Κώστα Στραβέλη, καθώς και άλλα λεγόμενα «του τεκέ» όπως «Είμαι πρεζάκιας πρέζα πίνω» κ.ά. Δέσποσε στο μουσικό στερέωμα με τραγούδια της Σμυρνέϊκης λεγόμενης σχολής, για τρεις δεκαετίες, βοηθώντας και άλλους καλλιτέχνες της σχολής αυτής που ήταν η προτιμώμενη για τη φωνή και το ταμπεραμέντο της.

Πλήρη στοιχεία για τη ζωή της Ρόζας Εσκενάζυ – (την εβραϊκής καταγωγής Σάρα Σκινάζι εδώ)

Στη ταινία «Καναρίνι μου γλυκό» (2011) σε σκηνοθεσία του Ιστραηλινού Roy Sher –  ένα ντοκυμαντέρ για τη ζωή της, εμφανίζεται η ίδια σε αρχειακό υλικό, καθώς και άνθρωποι που έζησαν τη παρουσία της και μπορούν να διηγηθούν για τη ζωή της. Η φωνή της βασικά διακρίνεται στη λεπτή της χροιά και την απαλή εκφορά των πιο σκληρών στίχων, όπως συμβαίνει στα κάποια της «απαγορευμένης» λεγόμενης θεματικής τους, τραγούδια.

«Δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι παρ’ ότι ήταν μεγάλη σε ηλικία και κοντά στο τέλος της ζωής της,το ότι ήταν πάντα βαμμένα τα μαλλιά της και τα μάτια της και φορούσε ένα πλισέ φουστάνι μελιτζανί, καθώς και ένα παραδοσιακό πεντατίφ. Στεκόταν και σε κοιτούσε με ένα ελαφρύ χαμόγελο και ένα λίγο «φευγάτο» βλέμμα εκεί έξω από το καφενείο των παραδοσιακών μουσικών στην οδό Μενάνδρου.» (χρήστης You Tube)

Ένα αξέχαστο τρίο

rebetikotrio
Χρηστάκης, Σωτηρία Μπέλλου, Γιώργος Μητσάκης

Σωτηρία Μπέλλου, Γιώργος Μητσάκης, Χρηστάκης να που χαμογελούν με περίσσια χάρη στον φακό! Αυτοί έφυγαν στους ουρανούς πια, όμως η συνεισφορά τους στο ελληνικό τραγούδι και δη το ρεμπέτικο παραμένει ακατάλυτη. Τι κι αν βγουν δεκάδες άλλοι τραγουδιστές σε τίποτα δεν μπορούν να επισκιάσουν ένα άστρο που στη λαμπρότητα της λάμψης του τύλιξε με ζεστασιά και ελπίδα ό,τι ήταν κάτω από τις ακτίνες του.

Σαν βρεθείς εκεί όπου παίζουν τα μπαγλαμαδάκια ξεχνάς τα πάντα κάτω από τους ήχους μιας μουσικής – που έχοντας αποτινάξει όλα τα επίπλαστα του κόσμου αυτού παραμένει αγνή και γνήσια σαν το χαμόγελο αυτών που πίστεψαν σ’ αυτό που έκαναν όχι για να βγάλουν χρήματα ή να αποκτήσουν φήμη αλλά για να αφουγκραστούν τους κτύπους της καρδιάς τους, τον ήχο της, να μεταδώσουν τα μεράκια τους, να τα μοιραστούν απλόχερα. Αξέχαστοι τραγουδιστές, μια νεότητα αφιερωμένη στο τραγούδι, μια ορμή νεανική αφιερωμένη στην Ελλάδα και στους Έλληνες.

Όταν παίζουν τα μπαγλαμαδάκια…

«Παίζουν τα μπαγλαμαδάκια παίζουν τα μπαγλαμαδάκια Καλέ παίζουν τα μπαγλαμαδάκια μάνα μου αχ! …τι μεράκια Μάνα μου αχ! …τι μεράκια παίζουνε τα μπαγλαμαδάκια.
Όταν ακούω μπαγλαμάδες όταν ακούω μπαγλαμάδες Καλέ όταν ακούω μπαγλαμάδες έξω φτώχεια και νταλκάδες
Έξω φτώχεια και νταλκάδες όταν ακούω μπαγλαμάδες. Μιά σταλίτσα οργανάκι μιά σταλίτσα οργανάκι Καλέ μιά σταλίτσα οργανάκι πως με φέρνει στο μεράκι Πως με φέρνει στο μεράκι μιά σταλίτσα οργανάκι.»

Ο Χρηστάκης στα Δειλινά

christakis
Χρηστάκης (Κωνσταντινούπολη 1924 – Καβάλα 1991) – Δεν είσαι εντάξει

Ο Χρήστος Σύρπος ήταν ο γνωστός λαϊκός τραγουδιστής Χρηστάκης. Μεγάλες του επιτυχίες υπήρξαν το «Θα ζήσω ελεύθερο πουλί«, «Έμαθα πως είσαι μάγκας» (στίχοι Στράτος Κουγιουμτζής), «Είναι το κρύο τσουχτερό«, «Να χαρείς τα μάτια σου καλέ» (στίχοι Στέλιος Ζαφειρίου). Ήταν βέβαιο πως αν πήγαινες στο κέντρο όπου εμφανιζόταν θα περνούσες πολύ ευχάριστα γιατί σαν γνήσιος άνθρωπος της γειτονιάς ήξερε να συμμετέχει στο χώρο και να επικοινωνεί με τον κόσμο – εξ ου και το προσωνύμιο του Χρηστάκης, ο δικός μας άνθρωπος, ο καλός μας φίλος. Το κέφι άναβε πάντα στα τραπέζια όπου ο κόσμος έχοντας τελειώσει το φαγητό έπινε σιγά σιγά το κρασί του και όλο ακουγόταν «Να μου ζήσεις Χρηστάκη!«.

Σύντομο Βιογραφικό

christakis3
Χρηστάκης – Θα ζήσω ελεύθερο πουλί

Ο Χρήστος Σύρπος γεννήθηκε κι αυτός στην Κωνσταντινούπολη (1924) όπως ο ομότεχνος του Γιώργος Μητσάκης. Αργότερα μετοίκησαν οικογενειακώς και σαν τόπο εγκατάστασης επέλεξαν τη Δράμα. Στην αρχή δούλευε ως υδραυλικός αλλά αφού γνώρισε τον ρεμπέτη Κώστα Καπλάνη μπήκε στο λαϊκό τραγούδι.

Για 17 χρόνια (1950-1967) ήταν δεύτερη φωνή, παίζοντας κιθάρα και μπαγλαμαδάκι, πλάι σε μεγάλα ονόματα της εποχής, Πόλυ Πάνου, Γιώτα Λύδια, κ.ά. διάστημα που του επέτρεψε να κερδίζει κάποια χρήματα και να επιβιώνει στο χώρο.

christakis2
Χρηστάκης – Να χαρείς τα μάτια σου καλέ

Τα χρόνια της επιτυχίας

Το 1967 ήταν η χρονιά που εμφανίστηκε μόνος στην πίστα γι’ αυτό και τον έχουν συνδέσει με τη δικτατορία καθώς έγινε τότε γνωστός σαν επικεφαλής τραγουδιστής, στο σχήμα του κέντρου όπως στα γνωστά Δειλινά της παραλιακής οδού της Γλυφάδας. Τα Δειλινά γνώρισαν μεγάλες δόξες στην εποχή του. Το κέντρο ήταν από τα καλύτερα του είδους και πήγαιναν γνωστοί της αθηναϊκής νύχτας αλλά και απλοί άνθρωποι ν’ ακούσουν το περίφημο «Θα ζήσω ελεύθερο πουλί», το «Παίζουν τα μπαγλαμαδάκια» και τις άλλες επιτυχίες του.

Μετά τη μεταπολίτευση έπεσε σε αφάνεια: τότε κυριάρχησε το πολιτικό τραγούδι και το ελαφρολαϊκό. Επέστρεψε στη Βόρεια Ελλάδα, στην Καβάλα, όπου τραγουδούσε για τα προς το ζην απλώς, σε ένα μαγαζί της πόλης. Η εποχή των μεγάλων πιστών είχε παρέλθει οριστικά. Στην Καβάλα τον βρήκε και το τέλος της ζωής του (1981) μέσα στο ΙΚΑ από εγκεφαλικό.

πληροφορίες: sansimera.gr, elwikipedia.org

Χρηστάκης Δεν είσαι εντάξει

 

Γιώργος Μητσάκης – Ο δάσκαλος

mitsakisCapture
Γιώργος Μητσάκης Κωνσταντινούπολη 1921 – Αθήνα 1993

Όταν καπνίζει ο λουλάς *- Αυτό το τραγούδι δεν είναι όπως θα περίμενε κανείς του Βασίλη Τσιτσάνη καθώς είναι γνωστά τραγούδια του με ανάλογο «μάγκικο» περιεχόμενο. Είναι του – πιο πίσω στη λίστα των ρεμπετών συνθετών, ευρισκόμενου Γιώργου Μητσάκη. Το άκουσα σε μια μουσική εκπομπή της Ε.Τ. από έναν σύγχρονο τραγουδιστή. Ήταν μια εκπομπή αφιερωμένη στις παλιές ελληνικές ταινίες και είχε μαζί του ο παρουσιαστής αρκετούς από αυτούς και δη το Γιάννη Βόγλη πριν μας αφήσει. Ήταν η Μάρθα Καραγιάννη, η Άννα Φόνσου, η τραγουδίστρια Ελένη Ροδά, ο Φώτης Μεταξόπουλος που σηκώθηκε και χόρεψε ένα πολύ ωραίο χασάπικο! Κάποια στιγμή στη συζήτηση είπε πολύ εύστοχα «Εγώ δεν μετρώ τα χρόνια από τα 45. Τόσο είμαι και θα είμαι για πάντα».

Λοιπόν ένας τραγουδιστής από τη συντροφιά αυτή τραγούδησε το «Όταν καπνίζει ο λουλάς«. Στη συντροφιά έγινε ένα θαύμα: ένα φως είχε φωτίσει τα πρόσωπα όλων με ακτίνες χαράς και συμμετοχής στο θέμα του τραγουδιού. Αλήθεια έτσι συμβαίνει: ποιος ακούγοντας το τραγούδι αυτό καπνίζει λουλά – μπορεί και να μη ξέρει τι θα πει η λέξη αυτή. Όμως η διάνοια η καλλιτεχνική του Γιώργου Μητσάκη το έκανε κοινωνό σε όλους – ένα θέμα που δεν έχει σχέση με κανέναν κι όμως όλοι ταυτίζονται με αυτό. Γιατί; Γιατί αυτή είναι η ιδιότητα μιας ιδιοφυίας Να σε κάνει συμμέτοχο χωρίς όρους και αναστολές στη φαντασίωση ή στην εμπειρία της! Να παραδίδεσαι στο ταλέντο της! – ανάλογα βέβαια στον τομέα που βρίσκεται πάντα!

Ο Γιώργος Μητσάκης ήρθε από πολύ μικρός στην Ελλάδα, 14 ετών. Αρχικά η οικογένεια του εγαταστάθηκε στην Καβάλα – το 1935, κατόπιν μετεγκαστάθηκαν σ’ ένα χωριό κοντά στο Βόλο. Εκεί πρωτοήρθε σε επαφή με το λαϊκό τραγούδι. Στη Θεσσαλονίκη αργότερα γνωρίζεται με τον Βασίλη Τσιτσάνη. Το 1939 κατεβαίνει στην Αθήνα για να εγκατασταθεί στον Πειραιά τον οποίον και αγάπησε. «Έδινα την ερώτηση κι αμέσως την απάντηση» λέει, «παίζαμε για τους απλούς, λαϊκούς ανθρώπους» κι όταν κάποιος μου φώναζε «Μητσάκη, δάσκαλε παίξε και κανα βασανισμένο» «έπιανα αμέσως το τραγούδι: «απόψε άρχισε να βρέχει κι ο νους μου σε σένα πάλι τρέχει». Μπαγλαμά τότε έπαιζε μαζί μας και ο τυφλός Στέλιος Χρυσίνης.

*λουλάς = ναργιλές, αργιλές (τούρκικη λέξη)

Στέλιος Χρυσίνης – Ο δάσκαλος του ρεμπέτικου

Κορυφαιος μαεστρος και δασκαλος

chrysinis
Στέλιος Χρυσίνης (Πειραιάς 1916 – Αθήνα 1970) – 2ος από αριστερά

Αρκετές είναι οι περιπτώσεις καλλιτεχνών, όπου κάποια φυσική ατέλειά τους τους, στάθηκε αφορμή και αιτία, να κερδίσουν την συμπάθεια του κοινού και να διαγράψουν λαμπρή πορεία, χωρίς να παραγνωρίζουμε το ταλέντο και τις ικανότητές τους.

Η Μαριάννα Χατζοπούλου μεσουράνησε στα τέλη του ’50 και στις αρχές του ’60 ως «τυφλό αηδόνι» ενώ ο Σπύρος Ζαγοραίος, εδώ και δεκαετίες, έχει για σήμα κατατεθέν του το ψεύτικο-συμπληρωματικό χέρι που δίνει άλλη διάσταση στα «μάγκικα» και «αλέγκρα» τραγούδια του. Ο ίδιος έκανε σουξέ με τη σύνθεσή του Είμαι ανάπηρος και έχω ανάγκη απ’ την αγάπη σου. Ελάχιστες όμως είναι οι φορές όπου ένας δημιουργός και μαέστρος ξεπερνά ταεμπόδια της φύσης και σηματοδοτεί σαν φάρος φωτεινός τις εξελίξεις στο αντικείμενό του, ανακαλύπτοντας νέα ταλέντα και δίνοντάς τους βήμα να εκφραστούν και παράλληλα «συμμαζεύοντας» και βελτιώνοντας τις καταθέσεις των ομότεχνών του.
Ακόμη και σε διεθνές επίπεδο, οι Ray Charles, Stevie Wonder, Sammy Davis Jr., Αndrea Boccelli, που λειτουργούν -ειδικά οι δύο πρώτοι- σαν συνθέτες και στιχουργοί, ήταν και είναι πάνω απ’ όλα ερμηνευτές των πονημάτων τους ενώ ο Μπαγιαντέρας πρώτα καθιερώθηκε ως μουσικοσυνθέτης και στη συνέχεια στερήθηκε την όρασή του.
Εδώ ακριβώς έγκειται και η πρωτοτυπία και πρωτοπορία του Στέλιου Χρυσίνη, που αν και έχασε το φως του από τα πρώτες μόλις στιγμές του στη ζωή κατάφερε για μεγάλο διάστημα, μέχρι και τον πρόωρο θάνατό του, να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο «δασκάλου» στη δισκογραφία και γενικότερα στο λαϊκό μας τραγούδι.(…)

Τελευταια Σουξε

Ο Στέλιος Χρυσίνης γεννήθηκε το 1916 στον Πειραιά σε μεσοαστική οικογένεια η οποία είχε μετακομίσει στο επίνειο της Αθήνας από το Κρανίδι της Αργολίδας. Κατάφερε να αναδειχθεί μέσα από των κύκλο των ρεμπετών του λιμανιού πολύ γρήγορα. Όμως λίγο μετά τα μισά του ’50 ο ρόλος και η επιρροή του Χρυσίνη σταδιακά ελαττώνονται. Εξακολουθεί να συμμετέχει ως κιθαρίστας σε πλήθος ηχογραφήσεων και να κάνει δυνατά σουξέ, όπως Κάτσε στον καναπέ μου με την Καίτη Γκρέυ σε στίχους Τσάντα, «Τα χρόνια δεν έχουν καμιά σημασία» με τον Πάνο Γαβαλά σε στίχους Σπύρου Κεφαλόπουλου αλλά ουσιαστικά τίθεται εκτός του κύκλου των μεγάλων εταιρειών. Ο λόγος στον Δερβενιώτη: Ο Μηλιόπουλος μου πρότεινε την θέση του μαέστρου στην Columbia. Δεν δέχτηκα γιατί θα εκτειθόμουν στον κύκλο μας αν έπαιρνα την θέση ενός τυφλού ανθρώπου, κάτι που δεν θεωρούσα σωστό κι απ’ την ανθρώπινη πλευρά του ζητήματος. Βλέποντας όμως την αποφασιστικότητά του και την επιμονή του, πρότεινα να συνυπάρχουμε μαζί με τον Χρυσίνη στο ίδιο πόστο. Η απάντησή του ήταν, κάνε ότι θες, ο μισθός είναι αυτός που είπαμε, ούτε δεκάρα παραπάνω, αν θέλεις να τον μοιράζεσαι δικό σου θέμα αλλά εγώ θα έχω να κάνω μαζί σου και το δικό σου κεφάλι θα πάρω αν κάτι δεν πάει καλά. Δεν τον ήθελαν πια τον Χρυσίνη, δεν τους έκανε.

Μετά από κάμποσο καιρό χώρισαν οι δρόμοι μας, κι εγώ ανέλαβα πλέον μόνος μου την θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή. Ο Χρυσίνης καταφεύγει σε μικρότερες εταιρείες, στην RCA Victor του Ορφανίδη, στην Astron του Αλεξάκη, στη Fidelity του Πατσιφά, στην Βεντέττα του Πελαγίδη κ.ά. Εκεί η Πόλυ Πάνου θα τραγουδήσει το «Αλήτη κι αν σε λένε» σε στίχους Λάκη Τσώλη, ο οποίος θα χαρακτηρίσει τον Χρυσίνη ως μουσική μεγαλοφυία.

kaityCapture
Καίτη Γκρέυ (Σάμος 1924)

Ανάλογα έχουν κατά καιρούς εκφραστεί για το ταλέντο του και η Καίτη Γκρέυ, Γιώτα Λύδια κ.ά. Συνεχίζει να αναδεικνύει νέα ταλέντα. Έχει μετακομίσει στο Μιχαή Βόδα 115, κι απ’ το σπίτι του παρελαύνουν για ακροάσεις ερμηνευτές και δημιουργοί: Στράτος Κύπριος, Σοφία Σιδέρη, Ρίτα Σακελαρίου, Βούλα Πάλλα, Κώστας Καρουσάκης, Γιώργος Ταλιούρης κ.ά. Ο τελευταίος που έκανε το ντεμπούτο στη δισκογραφία στις αρχές του ΄60, με συνθέσεις του Χρυσίνη, μου είπε για τον «δάσκαλό» του: Ήταν σπουδαίος μουσικός. Κατείχε δέκα όργανα. Όταν έπαιζε κιθάρα νόμιζες ότι άκουγες ολόκληρη ορχήστρα. Για αρκετό διάστημα μέναμε στο ίδιο σπίτι. Όπως συνέβη και με τον Καζαντζίδη στο ξεκίνημά του. Μου δίδαξε την τέχνη του τραγουδιού, τις αναπνοές, τους λαρυγγισμούς. Γλυκός άνθρωπος. Τον είχα σαν πατέρα μου.

Του άρεσε να πηγαίνει στα ταβερνάκια, ιδιαίτερα τα παραθαλάσσια, να τρώει το ψαράκι του και να ακούει το κύμα. Ήταν πολύ θρήσκος. Προτού πιει το κρασάκι του, άδειαζε πρώτα ένα ποτήρι κάτω στο πάτωμα, κι έλεγε μια προσευχή. Κάθε Πάσχα τον συνόδευα σε τρεις επιτάφιους. Στον Κορυδαλλό, στον Άγιο Παντελεήμονα και στο Μοναστηράκι. Όταν το ’66 κάναμε το «Στολίδι είσαι μόνη σου» σε στίχους του Κεφαλόπουλου χάλασε ο κόσμος. Ακόμα και σήμερα όπου το τραγουδήσω γίνεται χαμός! Είχαμε δουλέψει μαζί και στη Λουζιτάνια, στο Αιγάλεω. Έφυγε ξαφνικά. Με ειδοποίησαν και έτρεξα αμέσως στον Ευαγγελισμό. Πρόλαβα να τον δω και λίγο αργότερα έσβησε οριστικά. Ήμουν ένας από τους λιγοστούς καλλιτέχνες που τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία.

Στέλιος Χρυσίνης Πειραιάς 1916 – Αθήνα (Ευαγγελισμός) 1970

περισσότερα σε rebetiko.gr

Ατακτη – Markos Vamvakaris

Μαρκος Βαμβακαρης

Το φεγγάρι καθρεφτιζόταν νωχελικό, αργόσυρτο,καθώς ασήμωνε τα μαύρα νερά δίπλα στα άσπρα νοτισμένα από το κύμα σπίτια.
Ήχοι – απόηχοι, μιας άλλης εποχής διστακτικά συντρόφευαν τούτη τη νύχτα – όλες τις τωρινές, τις άδειες από ατόφια, γνήσια αισθήματα – έτσι καθώς μπερδεμένες κυλούσαν στη βιάση τους. Νύχτες… νύχτες ασημοστόλιστες και φεγγαρολουσμένες εις μάτην – δεν δίνουν ποτέ, αυτό που κρύβουν στα τόσα στολίδια τους —κλεισμένα μυστικά στα βάθη τους κρύβουν.

Μάρκος Βαμβακάρης: «Όσοι γεννούν πρωθυπουργοί, όλοι τους θα πεθάνουν. Τους κυνηγάει ο λαός για τα καλά που κάνουν
Μάρκος Βαμβακάρης
Μάρκος Βαμβακάρης – 1905 Άνω Σύρος – 1972 Αθήνα

Ήθελα να σ’ αντάμωνα, να σου ‘λεγα καμπόσα
κι αν δε σου γύριζα το νου
αχ να μου ‘κοβαν τη γλώσσα
Δε σε θέλω, δε σε θέλω πια δε σ’ αγαπώ
δε σε θέλω και πάρε και δρόμο και τράβα στο καλό.
Μου το ‘πανε οι μάγισσες κι όλες οι καφετζούδες
μου το ‘πε μια απ’ την Αίγυπτο
αχ με τις φαρδιές πλεξούδες
Και τι δεν έκανα για σε για να σε διορθώσω
μα εσύ είσαι τόσο άτακτη
αχ στρίψε για να γλυτώσω.

Εκείνη τη νύχτα – ίσως στην Μπέλλα Γκράτσια ή στην Παρακοπή, ο Μάρκος πήρε το μπουζούκι του και τραγούδησε με τη κοφτή φωνή του μια μελωδία που θα ‘μενε αξέχαστη για το λιτό, λεβέντικο ύφος της και τη μαεστρία της εκδήλωσης του νοήματος της —κι ήταν ένα μυστικό που αποκαλύφθηκε μέσα στην ίδια μ’ αυτή νύχτα, που ήταν όμως αλλοτινή.

Αζόλιμνος, Σύρος, Αύγουστος 2009

Μάρκος Βαμβακάρης – Η μεγαλύτερη αξία στο ρεμπέτικο τραγούδι —Πέθανε την εποχή της Χούντας (8/2/’72) αδυνατώντας να ανταπεξέλθει η οικογένεια του στα έξοδα της κηδείος!
Σχετικό Άρθρο
Μάρκος Βαμβακάρης Αυτοβιογραφία (2): Αγγελική Βέλλου Κάϊλ
Μάρκος Βαμβακάρης Αυτοβιογραφία (1) Αγγελική Βέλλιου Κάϊλ