Αρχείο κατηγορίας wandering

Το δικό σου Αιγαίο

Το Αιγαίο δικό μου…

aigaio
Μια μέρα καινούργια ένα άγραφο ακόμη χαρτί. Κοιτάζεις στη λευκή σελίδα αναρωτιέσαι πως ν’ αρχίσει αυτή η εξιστόρηση… Ήχοι… ο ήχος από ένα μακρινό Αιγαίο ξυπνάει τις μνήμες τυλιγμένες στην αχλή μιας μακρινής φωτογραφίας που η αίσθηση της είναι τόσο ζωντανή σα να ‘ταν από ένα κοντινό χθες. Πάρος, Άνδρος, Τήνος, Σίφνος, Σκύρος, Μύκονος… Ρόδος… Μεγαλόπρεπες βουνών πλαγιές αγκαλιασμένες με τη θάλασσα σβήνουν σε ζεστές αμμουδιές. Το κύμα απαλά τους τραγουδάει δοξάζοντας τη μέρα που έφθασε καινούργια και ολόλαμπρη. Για λίγο ένα ζευγάρι γλάρων σχίζει το άπλετο γαλάζιο.

krinakia_aigaio
Το καλοκαίρι είναι εδώ κι εσύ είσαι όμως εδώ! Τι ευκολότερο να το αδράξεις ν’ αφήσεις τα πάντα πίσω γιατί σίγουρα δεν υπάρχει τίποτα πίσω καθώς αυτά έχουν περάσει και το σήμερα φοράει το μανδύα του λευκού και του γαλάζιου στεφανωμένο στη χρυσή του κόμη με το στεφάνι του ενός και μοναδικού Αιγαίου πλεγμένο με τις χρυσές βελόνες του ήλιου, σε πλέξη με κρινάκια της θάλασσας σκίνα και θυμάρι.

Τι έχει αυτός ο άνθρωπος που περπατάει στη λαμπρότητα του ουρανού δίπλα στο δροσερό παφλασμό της θάλασσας; τον εαυτού του μόνο – απαλλαγμένο απ’ τις σκοτούρες και τις θλίψεις ενός χειμώνα που πέρασε κι έφυγε -ας το σκεφτεί- με όλες τις σκέψεις και τις απογοητεύσεις του χθες. Σήμερα η καινούργια μέρα είναι εδώ, ασφυκτικά παρούσα τόσο μεγαλόπρεπη.
Ναι αρκεί η άφιξη της να σκορπίσει τα πέπλα της μαύρης νύχτας, το γαλάζιο τούλι της να φέρει τη γαλήνη και τη χαρά.

aigaio_bigalisΤου Αιγαίου τα μπλουζ είναι εδώ να σε συντροφεύουν όλο το καλοκαίρι…

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Όλα σε καλαμάκι

aggeliko
Όλα σε καλαμάκι…

Τα σουβλάκια ανέκαθεν ήταν εδραιωμένα στην ελληνική κουζίνα. Από τα πρώτα σουβλατζίδικα ήταν εκείνο στην οδό Κορδιγκτώνος στη Πατησίων. Κόσμος περίμενε για τα καλαμάκια, το γύρο, τις πίτες με το τζατζίκι και το κρεμμύδι. Στη πορεία των χρόνων αυτό το έδεσμα εξελίχτηκε, για να φτάσουμε στα σημερινά μοντέρνα σουβλατζίδικα, κεμπαπτζίδικα που μαζεύουν πάντα με την ίδια επιτυχία τον κόσμο. Όμως το να βρεις πραγματικά το καλό σουβλάκι δεν είναι κι εύκολο, καθώς γι’ αυτό χρειάζεται απολύτως καλό και φρέσκο κρέας καθώς και σωστό ψήσιμο στα κάρβουνα.

Αποφάσισα να πάω σε ένα από αυτά στο σπίτι μου κάπως κοντά. Μου το είχαν συστήσει – πως είναι πολύ καλό και με τιμές ανάλογες της προσδοκίας να μη ξοδευτείς. Μ’ αυτό τον προοίμιο ξεκινήσαμε: πράγματι όλα ήταν όπως τα περιμέναμε. Βέβαια το μέρος το βρήκαμε δύσκολα καθώς χαθήκαμε στους κοντινούς δρόμους. Ενώ μας είχαν πει που θα στρίψουμε για να βρούμε το δρόμο περάσαμε το σημείο αυτό ατυχώς, πήγαμε πιο κάτω και μετά το απόλυτο κενό. Πίστευα πως ο δρόμος ήταν κεντρικός αλλά ήταν κάτω από τον κεντρικό – ένας κάθετος μακρύς ήσυχος δρόμος χωρίς καθόλου κίνηση και ελάχιστα φώτα. Εν τέλει τον βρήκαμε και πιάσαμε θέση στο τραπεζάκι του βάθους.

Πράγματι τα κρέατα ήταν πρώτης επιλογής: μοσχάρι, ψαρονέφρι, κοτόπουλο, γαλοπούλα – ήταν σε μεγάλα κομμάτια στο χοντρό καλαμάκι, πολύ ωραία ψημένα και νόστιμα. Η σαλάτα με ψιλοκομμένο λάχανο, μαρούλι, ντομάτα, αγγουράκι, με τυρί ψωμοτύρι (γιαούρτι με τυρί) – τυρί παραδοσιακό πολύ νόστιμο. Οι πατάτες ψιλοκομμένες, οι πίτες λεπτές και τραγανές. Τέλος το κρασί ένα μοσχάτο «Αμβούργου» (παραδοσιακή ποικιλία περιοχής Τυρνάβου) αρωματικό και ελαφρύ, παγωμένο σε ωραίο μπουκάλι με φελλό – κι εδώ πρέπει να τονισθεί πως ήταν ιδιαίτερα ελαφρύ που καθόλου δεν θα σε πείραζε όσο κι αν έπινες ωστόσο εγώ το βρήκα υπέρ του δέοντος ελαφρύ.

Το σουβλάκι ψαρονέφρι που πήρα πάντως, ήταν ιδιαίτερης γεύσης. Είχα να φάω ψαρονέφρι κάποιους αιώνες γιατί δεν τρώω χοιρινό. Πάρα πολύ νόστιμο – και μόνο απ’ αυτό αξίζουν όλοι οι έπαινοι στη διεύθυνση. Η κοπέλα που έπαιρνε την παραγγελία και σέρβιρε ήταν ευγενέστατη, πολύ χαμογελαστή και χαριτόβρυτη. Οι τιμές λογικές στα πλαίσια των 20 ε. το ζευγάρι, που περιλάμβαναν κέρασμα γλυκό. ραβανί στην περίπτωση αυτή. Σημειωτέον πως με ένα μόνο καλαμάκι μπορείς να χορτάσεις!

Αγγελικό το όνομα του μαγαζιού, αγγελικές οι γεύσεις, αγγελική  και τ’ όνομα. Θα ξαναπάμε – πολύ σύντομα πιστεύω.

Το εστιατόριο στο δάσος

Ένα εξοχικό εστιατόριο είναι ό,τι πρέπει για να ξαποστάσεις από μια βόλτα στην εξοχή – αν είναι χειμώνας θα βρεις το δάσος χιονισμένο, αν είναι καλοκαίρι τα δένδρα μέσα στα φουντωμένα φυλλώματα, τους ήχους από τα πουλιά, τα αρώματα από τα φυτά καθώς οι αχτίδες του ήλιου θα λάμπουν ανάμεσα στο κορφές τους. Όμως το βράδυ, πάντα θα λαμπυρίζουν τα φώτα της εισόδου στο οίκημα όπου στεγάζει το παραμυθένιο εστιατόριο και σένα σαν τη Κοκκινοσκουφίτσα, αντί για το λύκο, θα σε υποδεχτεί η πολυπόθητη ξύλινη πόρτα που θα διασχίσεις αν ήσουν τυχερός, για να βρεθείς εκεί όπου διεθνείς τερψιλαρύγγιοι, μέσα από τα άδυτα των επωνύμων γεύσεων ευφραίνονται!

Το εστιατόριο στο δάσος

Earlton-restauCapture
Εστιατόριο στο Δάσος

Σε απόσταση 100 μιλίων από την καρδιά της Νέας Υόρκης – το Μανχάταν, προς βορρά, στο Earlton – μια αγροτική περιοχή, σ’ έναν καταπράσινο κήπο φάρμα, ορθώνεται η ξύλινη σιλουέτα με την επικλινή στέγη, του εστιατορίου Damon Baehrel όπου για να δειπνήσεις θα χρειαστεί να μπεις οπωσδήποτε σε λίστα αναμονής.

EarltonChefCapture
Damon Baehrel

Το ξύλινο οίκημα στεγάζει την επιχείρηση όπου στο ισόγειο είναι το εστιατόριο και η κουζίνα: εκεί κατασκευάζονται τα εδέσματα – όλα με υλικά που καλλιεργούνται μέσα στο αγρόκτημα: από τα αρωματικά χόρτα ως το φίνο απεριτίφ. Ό,τι χρησιμοποιείται στην κουζίνα καλλιεργείται στο αγρόκτημα: αυτή είναι η φιλοσοφία του εστιατορίου. Στο υπόγειο το κελάρι και η κάβα ενώ η κατοικία των ιδιοκτητών του εστιατορίου, δηλαδή του chef Damon Baehrel, στον επάνω όροφο.
Λοιπόν σε αυτό το εστιατόριο όλα ετοιμάζονται από τα χέρια του Damon Baehrel ο οποίος διηγείται πως από μικρός είχε την έντονη μανία να ρωτάει για ό,τι εφύετο τη μητέρα του – αγάπη για τη φύση και τα προϊόντα της που αργότερα τον οδήγησε να αγοράσουν με τη μνηστή του μια έκταση όπου είχαν την ιδέα να κτίσουν το ξύλινο οίκημα όπου θα στέγαζαν το μελλοντικό τους εστιατόριο: Εκεί θα παρασκεύαζαν τα προσφερόμενα φαγητά αποκλειστικά με υλικά από το αγρόκτημα που θα δημιουργούσαν ανάμεσα στα πολυετή δένδρα και την πλούσια βλάστηση της δασώδους έκτασης.

Λίγο πριν το τέλος της δεκαετίας του ’80 (1989) άρχισε να λειτουργεί το εστιατόριο «Damon Baehrel» και γρήγορα η φήμη του εξαπλώθηκε. Η καινοτόμος ιδέα εκτός από την τοποθεσία του μέσα σ’ ένα δάσος, είναι πως δεν ετοιμάζεται τίποτα σε κατσαρόλες ή τηγάνια αλλά σε πέτρινες πλάκες και ξύλινες ειδικά διαμορφωμένες επιφάνειες, που τοποθετούνται απ’ ευθείας στη φωτιά. Σερβίρονται δε επάνω σε φέτες από μεγάλους κορμούς δένδρων εν είδει πιάτου! ή στις ίδιες πάνω στις οποίες ψήθηκαν.

Του κόσμου τα παράξενα

Η φήμη του έφθασε σε τέτοιο σημείο που σήμερα, όλοι οι παροικούντες τη Νέα Υόρκη, θέλουν να σπεύσουν να δοκιμάσουν τα φαγητά που σερβίρονται εκεί – ώσπου κάποια στιγμή η λίστα αναμονής έφθασε τα δέκα χρόνια! Στο βιβλίο κρατήσεων του εστιατορίου υπήρχε σελίδα που έφθανε ως το έτος 2025! Αυτό βέβαια ήταν μια εικονική πραγματικότητα (virtual reality) που δημιουργήθηκε από μια ζήτηση που εκτοξεύθηκε σε 10.000 κρατήσεις ξαφνικά, όταν ένα περιοδικό γεύσης έγραψε μια εγκωμιαστική κριτική. Υποτίθεται πως αυτός ο αριθμός των κρατήσεων, έκτοτε αποκρυσταλλώθηκε σε κάποια πιο λογικά πλαίσια…!

Η τιμή για μενού πέντε πιάτων, είναι αρκετά τσουχτερή από 300 έως 370 $ το άτομο. Αλλά τι είναι αυτό μπροστά στο διάστημα που θα περάσει ώσπου να πληρώσεις! Τι να υποθέσει κανείς; Πως στις ΗΠΑ συμβαίνουν όλα τα περίεργα; Τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό: Η τύχη είναι με το μέρος αυτών που τολμούν! Αλλά και που εξερευνούν, αλλά και που εργάζονται σκληρά για έναν στόχο! Πάντως όσοι έχουν εγγραφεί στη λίστα – αν είναι τυχεροί και ακυρωθεί κάποια κράτηση ή αδειάσει κάποιο τραπέζι νωρίτερα, τους παίρνουν τηλέφωνο να σπεύσουν!

Ο Damon Baehrel chef του ομώνυμου ιδιόκτητου εστιατορίου – αυτή του την αγάπη για τη φύση που θα έφερνε τέτοια απίστευτη επιτυχία, θα την περίμενε ποτέ;

Αρχική δημοσίευση / προσαρμογή e-daily.gr
Σχετικά: Πως να κλείσετε τραπέζι στου Damon Baehrel

Raining Time – Βροχερος Καιρος

Βροχερος Καιρος

Φυγή

skalakia
Εξοχικό δρομάκι με σκαλάκια

Πάει χάλασε ο καιρός. Από χθες φυσάει λυσσωδώς – στα πελάγη άκουσα φθάνει ο αέρας τα 8 και πλέον μπωφόρ. Δεν ξέρω αυτός ο καιρός παραπέμπει σε εκδρομές:
Η επιβλητική ομορφιά του γκρίζου, βροχερού τοπίου, οι καφετιές στέγες των σπιτιών, ο κάμπος με τους καπνούς από τα τζάικια των σπιτιών να ορθώνεται στον ορίζοντα, η μυρωδιά του καμμένου ξύλου.
Τα ξέρά κλαδιά των δένδρων να δείχνουν τον ουρανό όπου εναλάσσονται τα άσπρα σύννεφα με τις γκρίζες αναλαμπές, τα πεσμένα φύλλα, οι σκούροι νοτισμένοι κορμοί γερτοί απ’ το χρόνο.

Εδώ ξεχάσαμε όλα αυτά. Κλεισμένοι σε πόλεις, περιδιαβαίνοντας στους φτιαχτούς δρόμους, σε πεζοδρόμια, ανάμεσα σε σημοτοδότες, αυτοκίνητα, κόσμο που πάει κι έρχεται και ούτε γνωρίζεται ούτε θα γνωριστεί με το διπλανό του διαβάτης που βιαστικός τρέχει να προλάβει – ν’ αγοράσει, να φάει, να πιει καφέ, να γυρίσει σπίτι του, να ξεκουραστεί.

Στη φύση η ανάγκη για ξεκούραση εκλείπει. Η ίδια η ουσία της ξεκουράζει. Ο ατέλειωτος ορίζοντας, η θαλπωρή της ταβέρνας του χωριού, η πρόσχαρη διάθεση – πασίγνωστη η φιλοξενία των κατοίκων της υπαίθρου, των ιδιοκτητών τους – που δε βλέπουν τον επισκέπτη σαν πελάτη, ούτε σαν χρήμα, αλλά σαν ένα καινούργιο πρόσωπο που πρέπει να προϋπαντήσουν θερμά και να καλωσορίσουν με διακριτική ευγένεια.

Λοιπόν γιατί δεν ξεκινάει κανείς να φύγει για λίγο; Θα ήταν καλύτερο και για τους εναπομείναντας που θα είχαν μια άνεση στην κυκλοφορία τους στην πόλη. Μια απάντηση είναι η δυσκολία των μετακινήσεων μέσα σε δρόμους όπου ελλοχεύει κάθε στιγμή ο κίνδυνος – κάποιος να πέσει επάνω σου, κάπου να τσακιστείς ο ίδιος.
Το αυτοκίνητο θέλει μεγάλη προσοχή. Άλλος λόγος είναι η οικονομική δυσπραγία – έξοδα, βενζίνες, ξενοδοχεία κλπ.

Άλλος λόγος τελευταίος αλλά κυριώτερος – (last but not least), οι σειρήνες της πόλης – μαγαζιά, θέατρα, κινηματογράφοι, νυχτερινοί έξοδοι με την παρέα, διασκεδάσεις που και κουράζουν και για άλλη μια φορά ακόμη παραπέμπουν στο ίδιο σκηνικό —ασυνενοησία, ανταγωνισμός, επίπλαστη επικοινωνία.

Σχετικό θέμα Μια βόλτα στην εξοχή.