Αρχείο κατηγορίας culture

Τριπλή ταυτοπροσωπία

kazantzakis
Νίκος Καζαντζάκης

60 χρόνια από το θάνατο του Νίκου Καζαντζάκη Με αφορμή τη συμπλήρωση 60 χρόνων από τον θάνατο του Νίκου Καζαντζάκη, ο δήμος Αθηναίων και πολιτιστικοί φορείς της πόλης τιμούν τον μεγάλο Έλληνα συγγραφέα με σειρά εκδηλώσεων, το Φεβρουάριο και το Μάρτιο, στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθήνας και στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας.

Το έργο «Αναζητώντας τον Ζορμπά» σκιαγραφεί τη δυνατή φιλία, το βαθύ σεβασμό και τον αμοιβαίο θαυμασμό, που ένωνε τον Νίκο Καζαντζάκη και τον Γιώργο Ζορμπά εργάτη στο ορυχείο λιγνίτη στη Μάνη, που νοίκιασε το 1917 ο σπουδαίος συγγραφέας, στην προσπάθεια του να θέσει τα πνευματικά και πολιτικά του ιδεώδη στη διαδικασία της πραγμάτωσης και εν τέλει, στη γένεση του διάσημου μυθιστορήματος «Αλέξης Ζορμπάς».

Ο δημοφιλής πρωταγωνιστής Γιώργος Χωραφάς, μέσω της σχέσης των δύο αντρών, των συζητήσεων τους για τη δικαιοσύνη, την ελευθερία, τον πόλεμο, την γυναίκα, την τροφή, την λογική και τον Θεό, όπως αποτυπώνονται στο μυθιστόρημα, προχωρά το θεατρικό του αναλόγιο στην αλληγορία του τζίτζικα και του μέρμηγκα που, όπως ο ίδιος λέει, ακολουθεί τους σημερινούς Έλληνες, οι οποίοι αισθανόμενοι μια συλλογική ενοχή, έχουν εγκλωβιστεί σε μια καταπιεστική κρίση και θυσιάζονται στον βωμό του αγώνα για παραγωγικότητα.

Νίκος Καζαντζάκης – Η γνωριμία μου με τον Γιώργο Ζορμπά

Για το μήνα Μάρτιο Η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος από τις 3 έως τις 31 Μαρτίου 2017, παρουσιάζει την έκθεση βιβλίων και χειρογράφων του συγγραφέα «Ματιές στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη».
Σε δύο προθήκες της βιβλιοθήκης στο Βαλλιάνειο κτίριο, εκτίθενται έργα και χειρόγραφα του Νίκου Καζαντζάκη, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει ιδιόχειρη αφιέρωση του συγγραφέα στην Εθνική Βιβλιοθήκη στο εσώφυλλο της μετάφρασης της Θείας Κωμωδίας του Δάντη.

Εθνική Βιβλιοθήκη Ελλάδος, Βαλλιάνειο κτίριο: Πανεπιστημίου 32
Ημερομηνία:
Παρ, 17/02/2017 – 19:00 – Παρ, 31/03/2017 – 22:00

πληροφορίες από ciyofathens.gr

Γλυκό μου αηδονάκι

Ρόζα Εσκενάζι
Ρόζα Εσκενάζυ

«Πίσω από τα κλειστά τζάμια ένας λυπητερός αμανές αντηχεί: Αμάν, αμάν… και η φωνή διασπάται στον αέρα σαν ένα ανάλαφρο μουντό πέπλο περασμένων αλλά όχι ξεχασμένων ιστοριών. Είναι μια φωνή που βγαίνει μέσα από τις χαμένες πατρίδες, τα ματωμένα χώματα της Διδούς Σωτηρίου. Το ρεμπέτικο είχε πατρίδα τα Μικρασιατικά παράλια – έζησε, άνθισε στα μέρη όπου Έλληνες με Τούρκους ζούσαν μαζί, παρ’ όλο που οι πρώτοι ήταν κύριοι και αφέντες. Η μουσική αυτή είναι ασφαλώς επηρεασμένη από τους Τούρκικους αμανέδες και τους συρτούς ήχους των δρόμων όπου οι φτωχικοί μαχαλάδες συνυπήρχαν με τα μαρμάρινα κτίρια των λεωφόρων. «Συνυπήρχαν» μια λέξη μαγική γιατί άφηνε χώρο να υπάρχουν και να μπορούν οι άνθρωποι να ζουν ευτυχισμένοι μαζί.

eskenazy Ρόζα Εσκενάζυ η βασίλισσα του Ρεμπέτικου Η Ρόζα Εκενάζυ γεννήθηκε στη Κωνσταντινούπολη το 1895 σε φτωχική οικογένεια (ο πατέρας της ήταν παλιατζής) και πέθανε σε μεγάλη ηλικία – πράγμα που δεν εμπόδιζε να εμφανίζεται σε εκπομπές ή να τραγουδάει, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 1980, χτυπημένη από Αλτσχάιμερ. Ο τάφος της βρίσκεται στο Στόμιο, παραθαλάσσιο χωριό της Κορινθίας.

Την εποχή που ο Πειραιάς – εργατούπολη και πόλη της φτωχολογιάς, έγινε ο τόπος που τα ρεμπέτικα είχαν ιδιαίτερη απήχηση. Με τη γλυκιά φωνή της ήταν αδύνατο να μην ανακαλυφθεί στους διαδοχικούς τόπους που έζησε – κατ’ αρχήν στη Θεσσαλονίκη, μετά στην Κομοτηνή, από ανθρώπους του χώρου της εποχής και να μη γίνει γνωστή στην πορεία, σαν η περίφημη ρεμπέτισσα τραγουδίστρια απ’ τη Τουρκία. Η Ρόζα Εσκενάζυ, μια τραγουδίστρια που τέθηκε επικεφαλής της «κάστας» των ρεμπετών της εποχής με τραγούδια που άφησαν εποχή όπως «Τα Κεριά τα Σπαρματσέτα», «Τράβα βρε Αλάνη» (1934) σε μουσική, στίχους Κώστα Στραβέλη, καθώς και άλλα λεγόμενα «του τεκέ» όπως «Είμαι πρεζάκιας πρέζα πίνω» κ.ά. Δέσποσε στο μουσικό στερέωμα με τραγούδια της Σμυρνέϊκης λεγόμενης σχολής, για τρεις δεκαετίες, βοηθώντας και άλλους καλλιτέχνες της σχολής αυτής που ήταν η προτιμώμενη για τη φωνή και το ταμπεραμέντο της.

Πλήρη στοιχεία για τη ζωή της Ρόζας Εσκενάζυ – (την εβραϊκής καταγωγής Σάρα Σκινάζι εδώ)

Στη ταινία «Καναρίνι μου γλυκό» (2011) σε σκηνοθεσία του Ιστραηλινού Roy Sher –  ένα ντοκυμαντέρ για τη ζωή της, εμφανίζεται η ίδια σε αρχειακό υλικό, καθώς και άνθρωποι που έζησαν τη παρουσία της και μπορούν να διηγηθούν για τη ζωή της. Η φωνή της βασικά διακρίνεται στη λεπτή της χροιά και την απαλή εκφορά των πιο σκληρών στίχων, όπως συμβαίνει στα κάποια της «απαγορευμένης» λεγόμενης θεματικής τους, τραγούδια.

«Δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι παρ’ ότι ήταν μεγάλη σε ηλικία και κοντά στο τέλος της ζωής της,το ότι ήταν πάντα βαμμένα τα μαλλιά της και τα μάτια της και φορούσε ένα πλισέ φουστάνι μελιτζανί, καθώς και ένα παραδοσιακό πεντατίφ. Στεκόταν και σε κοιτούσε με ένα ελαφρύ χαμόγελο και ένα λίγο «φευγάτο» βλέμμα εκεί έξω από το καφενείο των παραδοσιακών μουσικών στην οδό Μενάνδρου.» (χρήστης You Tube)

Θα πεθάνω μαζί σου!

vonKleist
Heinrich von Kleist

«Μ’ αγαπάς; Δεν σου ζητώ να ζήσουμε μαζί αλλά να πεθάνουμε μαζί»!
Ήταν μια πολύ καλή ταινία («Amour Fou» της Jessica Hausner) – υποψηφιότητα στις Κάννες 2014, για το βραβείο «Un certain regard» – που στάθηκε η αφορμή για την παρούσα δημοσίευση. Ο Heinrich Von Kleist (1777 –  1811) υπήρξε επιφανής Γερμανός συγγραφεύς της εποχής του Διαφωτισμού. Υπέρτατος νόμος η εντολή του βαθύτερου εγώ: το δικό του του υπαγόρευσε την αυτοκτονία! την οποία έφερε εις πέρας μαζί με την ανίατα νοσούσα Henriette Vogel. Και οι δυο τους είναι θαμμένοι σε κοινό τάφο έξω από το Βερολίνο, στο δάσος δίπλα στη λίμνη όπου το δράμα τελείωσε μαζί με τον καφέ, το κρασί και το ρούμι που ήπιαν μαζί…

Ο Heinrich von Kleist (Χάινριχ φον Κλάιστ) γεννήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 1777 στη μικρή πόλη της Φρανκφούρτης-πάνω-στον-Όντερ. Οι γονείς του πέθαναν όταν ο Κλάιστ ήταν ακόμη μικρός και μια θεία του ανέλαβε την ανατροφή του. Το 1788 ο Κλάιστ στάλθηκε σε οικοτροφείο και σε ηλικία 14 ετών κατατάχτηκε στη Φρουρά του Πότσνταμ. Έμεινε στο στρατό μέχρι το 1799.

Το 1801 ο Κλάιστ πήγε στο νησί Ντελοζέα στην ελβετική λίμνη Τουν. Εκεί γνώρισε μια σύντομη περίοδο ευτυχίας, αρκετή για να ολοκληρώσει το πρώτο του θεατρικό έργο, «Οικογένεια Γκόνορετς», που στη συνέχεια το έβαλε να διαδραματίζεται στη Γερμανία και του έδωσε τον τίτλο «Οικογένεια Στρόφενσταϊν» (1803). Με τη συγγραφή θεατρικών έργων ασχολήθηκε από το 1803 μέχρι το 1811: «Η οικογένεια Στρόφενσταϊν», 1803, «Η σπασμένη στάμνα», 1806, «Αμφιτρύων», 1807, «Πενθεσίλεια», 1807, «Το Κατερινάκι του Χάιλμπρον», 1807, «Η μάχη του Χέρμαν», 1808, και «Πρίγκιπας Φρειδερίκος του Χόμπουργκ», 1811. Έγραψε διηγήματα και νουβέλες από το 1806 έως το 1811: «Ο σεισμός στη Χιλή», 1807, «Η Μαρκησία του Ο…», 1808, «Μίχαελ Κολχάας», «Η ζητιάνα του Λοκάρνο», 1810, «Ο έκθετος», «Αρραβωνιάσματα στον Άγιο Δομήνικο», «Η Αγία Καικιλία ή η δύναμη της μουσικής» και «Η μονομαχία», 1811.

Το 1807 ο Κλάιστ ξεκίνησε ένα μηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό, τον «Φοίβο». Ήταν το όχημα για τη δημοσίευση αποσπασμάτων των έργων του, αλλά μια σειρά από αντιξοότητες ακολούθησε την περίοδο της καλοτυχίας. Παρόλο που ο Γκαίτε συμφώνησε ν`ανεβάσει τη «Σπασμένη στάμνα», απέρριψε την «Πενθεσίλεια». Επιπλέον η «Σπασμένη στάμνα» απέτυχε στη σκηνή της Βαϊμάρης, οι σχέσεις μεταξύ Γκαίτε και Κλάιστ έγιναν τεταμένες και ο «Φοίβος» έκλεισε τον Δεκέμβριο του 1808. Την περίοδο κατάθλιψης ακολούθησε ένας ανανεωμένος ενθουσιασμός. Το 1810 εξέδωσε την πρώτη ημερήσια πρωσική εφημερίδα «Berliner Abendblatter», η οποία όμως έκλεισε τον Μάρτιο του 1811. Στην «Berliner Abendblatter» δημοσιεύθηκαν μερικά από τα διηγήματά του όπως το «Η Αγία Καικιλία ή η δύναμη της μουσικής» και σημαντικά δοκίμια, με κυριότερο το «Σχετικά με το θέατρο των μαριονετών», 1810.

Το κλείσιμο της εφημερίδας του έδωσε το τελειωτικό χτύπημα. Στράφηκε πάλι στο θέατρο, αλλά κανείς δεν ήταν πρόθυμος ν` ανεβάσει έργο του. Τότε έτυχε να συναντήσει τη Χενριέτε Φόγκελ, μια παντρεμένη γυναίκα που έπασχε από ανίατο καρκίνο. Προδίδοντας τη σύζυγό του, Μαρί φον Κλάιστ, που αρνήθηκε μια συμφωνία αυτοκτονίας, ο Κλάιστ στράφηκε στη Φόγκελ που με ενθουσιασμό ασπάστηκε την ιδέα ενός διπλού θανάτου. Ετοίμασαν επιμελώς τις τελικές λεπτομέρειες. Ο Κλάιστ έκαψε τα υπολείμματα των έργων του (μαζί και την αυτοβιογραφική νουβέλα του «Η ιστορία της ψυχής μου», που λέγεται ότι είχε καταπλήξει τους ελάχιστους που τη διάβασαν). Στις 21 Νοεμβρίου του 1811, βγήκαν στην εξοχή και ήπιαν τσάι· εκεί ο Κλάιστ πρώτα πυροβόλησε τη Φόγκελ κι έπειτα τον εαυτό του.

πληροφορίες ianos.gr

Αξέχαστος ροκενρολίστας

Κουνήσου, κουδούνισε και τσούλησε Shake, Rattle and Roll (Tupelo Mississippi 1957)

elvis_girlsΈνα χαρακτηριστικό ροκ ‘εν ρολ άκουσμα: αρχίζει με την προτροπή «Σήκω, πλύνε το πρόσωπο και τα χέρια σου κι άφησε το σπίτι το σπίτι όπου εσύ σαν διάολος, (η ψυχή μου ομολογεί), δυναστεύεις» συνεχίζοντας «Κουνήσου, κουδούνισε και άφησε τον εαυτό σου να τσουλίσει κάτω απ’ αυτό το μεγάλο αυτό λόφο»…
Αυτός ήταν ο Έλβις των αρχών της καριέρας του: ένας tout a fait ροκενρολίστας που ήξερε να ηλεκτρίζει το ακροατήριο του με την παρουσία του καθώς διέθετε φωνή, χορευτική δεινότητα, εμφάνιση που το συνταίριασμα τους επαυξανόταν με την ιδιότυπη επανάληψη λέξεων του τραγουδιού όπου δινόταν η έμφαση.

Το τραγούδι αυτό είναι το πλέον χαρακτηριστικό άκουσμα του ρεύματος ροκ ‘εν ρολ των 50’s. Αποπνέει το Νότο των ΗΠΑ καθώς εκεί γεννήθηκε αυτό το ρεύμα μαζί με το μπόλιασμα του εκλεπτυσμένου Βορρά που απέπνεε ο Έλβις με το κομψό παρουσιαστικό που συνέθετε το σώμα του που εκτελούσε τις φιγούρες ακριβείας, το πρόσωπο με το χαρακτηριστικό, γοητευτικό χαμόγελο κάτω από τα σκούρα μαύρα ανέμελα πλην όμως φροντισμένα μαλλιά.

«Κουνήσου, κουδούνισε και τσούλησε» ποιος θα μπορούσε να αντισταθεί σ’ αυτή την προτροπή σαν έβγαινε από τα χείλη του Βασιλιά Έλβις!

Να με θυμάσαι

ricordi_miΔραματική ταινία, ελληνικής παραγωγής 2009.
Διάρκεια: 100’
Η Φανή, φωτογράφος ερευνήτρια, ζει στην Αθήνα. Αρνούµενη να συµβιβαστεί µε το θάνατο του µουσικοσυνθέτη συντρόφου της, διαγράφει από τη µνήµη της το γεγονός. Επιλέγει να διατηρήσει µια παράλληλη µε την πραγµατικότητα σχέση µαζί του, ζώντας µε τη φαντασίωση του άνδρα δίπλα της και µε τους ήχους που αυτός συνέθετε. Η ηρωίδα συνθέτει την εικόνα του αγαπηµένου της µέσα από το παζλ των ανθρώπων της πόλης και των χώρων όπου έζησε µαζί του και κατορθώνει µε δικό της τρόπο να αποδεχτεί την αλήθεια του χαµού του.
Η έρευνά της για την ανερχόµενη φτώχεια και την περιθωριοποίηση στη σύγχρονη Αθήνα, τη συντροφεύει στην πορεία της προς την αποδοχή της πραγµατικότητας. Παντρεύεται έναν άλλο άνδρα, γιατρό αυτή τη φορά, που µοιάζει στον πρώτο.
Τρεις ζωές συναντιούνται και συνδέονται σ’ ένα παράξενο είδος ερωτικού τριγώνου, διατρέχοντας όλα τα σηµεία που αγγίζει ο πόνος της αγάπης.

Τίτλος: Ricordi Mi
Πρωταγωνιστούν: Θεοδώρα Τζήμου (Υποψηφιότητα καλύτερης ηθοποιού 2010), Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Γιώργος Αρμένης, Ελένη Γερασιμίδου
Διάρκεια: 100′
Παραγωγή: Ελληνική
Σκηνοθέτης: Στέλλα Θεοδωράκη
Διεύθυνση φωτογραφίας: Ηλίας Κωνσταντακόπουλος.
Μουσική: Πέτρος Κορέλης.
Μοντάζ: Αλέξης Πεζάς.
Ricordi Mi όλη η ταινία

Προβλήθηκε ΕΤ3 Σάββατο 7/7/’18

Έφυγε και η Σερενάτα

Arleta
Αρλέτα

Η Αρλέτα ερχόταν συχνά στο σπίτι του Φώτη στη Πατησίων. Σπούδαζαν και οι δύο στη ΑΣΚΤ ζωγραφική. Ήταν πολύ αδύνατη, μικροκαμωμένη, με μαλλιά φουντωτά που έπεφταν στο μέτωπο της καλύπτοντας τα μάτια της – δύο αεικίνητα μαύρα μάτια που σε κοίταζαν ωστόσο ντροπαλά. «Σπουδάζει κι αυτή ζωγραφική» έλεγε ο Φώτης «αλλά το πάθος της είναι η μουσική – η κιθάρα». Πολλές φορές δίπλα της στα πόδια της πολυθρόνας, έστεκε η κιθάρα. Θα υπέθετε κανείς μετά από όσα διηγόταν ο Φώτης, πως την κιθάρα της δεν την αποχωριζόταν ποτέ.

Πέρασε καιρός κι εκείνη είχε βρει το δρόμο της: να γίνει πολύ καλή τραγουδίστρια με πλήθος τραγούδια στο ενεργητικό της – τα περισσότερα μπαλάντες αλλά καθόλου μελαγχολικές γιατί είχε έναν τρόπο να ομορφαίνει την πραγματικότητα. Επίσης είχαν έναν ρυθμό εσώτερο, που έβγαινε από το μοντέρνο ύφος της προσωπικότητας της. Τους στίχους συχνά τους έγραφε η ίδια, καθώς και τις νότες, που έβρισκαν στη γλυκειά και τρυφερή παρουσία της την ιδανική πραγμάτωση.

Serenata
Η Σερενάτα – Η γάτα που ζωγράφισε η Αρλέτα

Όμως η 8η Αυγούστου 2017 ήρθε για να φύγει και η Σερενάτα μαζί με την μαμά της Αρλέτα. Μια φωνή τόσο απαλή και μελωδική, μια συνθέτρια, ερμηνεύτρια μοναδικής ποιότητας άφησε τον μάταιο αυτόν κόσμο. Άλλη πιο ωραία γάτα, άλλη πιο ευαίσθητη ερμηνεία δεν θα υπάρξει ξανά.

Στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός όπου νοσηλευόταν η Αρλέτα, μας αποχαιρέτησε και κίνησε για κάτι πολύ πιο μεγάλο από την πεζή πραγματικότητα. Ωστόσο εκείνη ήταν που την ομόρφαινε με την απαράμιλλη προσφορά της και αυτή η φωνή, μαζί με το πρόσωπο της ταυτισμένο με την αβρή παρουσία της, δεν θα υπάρξει ξανά επί της ελληνικής γης –

Arleta_portrait
Αρλέτα

Αρλέτα: μια σπουδαία ελληνίδα τραγουδίστρια (1945 – 2017) μίλησε τραγουδώντας για απλά, καθημερινά πράγματα που συνθέτουν τη ζωή μας αναδεικνύοντας την κρυφή μελαγχολία τους, την αποτυχία τους καλύτερα, μ’ έναν τρόπο τόσο οικείο προσπαθώντας να εξορκίσει με το τραγούδι της ό,τι κακό και στενάχωρο αυτά έκρυβαν μέσα τους.

Η Σερενάτα που η ίδια η Αρλέτα ζωγράφισε, δεν είναι κι αυτή πια ανάμεσα μας. Πήγε μαζί με την Αρλέτα σε άλλους τόπους –

τόσο μακρινούς ακόμη πιο μακρινούς κι απ’ το μπαρ το Ναυάγιο…

Στο καφενείο δεν θα ξανάρθει πια…

και ούτε ποτέ πια Batida de coco θα ξαναπιεί, εμείς ας πιούμε στη μνήμη της – Καλό στερνό ταξίδι Αρλέτα της ζωής μας…

Έρχομαι από την πραγματικότητα

Sixto Rodriguez: Coming from Reality

Είχε τελειώσει η μέρα πια και καθώς η νύχτα προχωρούσε άνοιξα την τηλεόραση και έπεσα σ’ ένα ντοκυμαντέρ για έναν τραγουδιστή που μόλις άρχιζε. Ποιος να ‘ναι αναρρωτιόμουν και περίμενα να ξεκινήσει η ταινία για να μάθω. Ήταν γυρισμένη στο Ντητρόιτ εκεί που ανθούσε η βιομηχανία προ ετών – πριν τη παγκοσμιοποίηση, όταν πολλές εταιρείες έφυγαν από εκεί ή έκλεισαν.
Το Ντητρόιτ ήταν ανθούσα βιομηχανική περιοχή στα 70’s καθώς εκεί βρίσκονταν οι μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες των ΗΠΑ. Πόλη όπου απασχολούνταν στη βιομηχανία φτωχοί μετανάστες περισσότερο, διαβιώνοντας εκείνη την περίοδο μέσα σε άθλιες συνθήκες.

rodriguezcapture
Sixto Rodriguez – Έρχομαι από την πραγματικότητα

Detroit, Michigan 1968: Ο φακός εστιάζει στους βρεγμένους δρόμους, στις ξεφτισμένες επιγραφές από τα μπαρ. «Σερβίρουμε ποτά, κοκτέιλς, φαγητό, ζωντανή μουσική» έγραφε μία. Μια άλλη «Εντελώς γυμνό μετά τις 12μμ» επρόκειτο για μπαρ με κάποιον που έπαιζε κιθάρα ή κάποιο τοπικό συγκρότημα, το άλλο για ένα κέντρο με στριπτήζ. Αυτοκίνητα μεγάλα παρκαρισμένα στο δρόμο, αραιοί διαβάτες ενώ η βροχή έπεφτε σιγανά και μονότονα.

Σ’ ένα τέτοιο μπαρ «The Sewer», έπαιζε και ο τραγουδιστής Σίξτο Ντιάζ Ροντρίγκεζ. Έμπαινες μέσα σ’ ένα σύννεφο καπνού καθώς ερχόσουν πάλι μέσα από ένα σύννεφο ομίχλης που πλανιόταν στην πόλη, σκεπάζοντας τον ποταμό Ντητρόιτ με τους ήχους από τις μαούνες που ανεβοκατέβαιναν, διηγείται ένας που τον γνώριζε. Στο βάθος καθόταν εκείνος με την πλάτη στο κοινό, κρατώντας τη κιθάρα του. Η μουσική του σε συνέπαιρνε, κάθε ήχος που έβγαινε από την κιθάρα του – Ήταν απίστευτο.

rodriguez2capture
Sixto Diaz Rodriguez – Μπροστά από ξενοδοχείο στο Ντητρόιτ

Ο Σίξτο Ροντρίγκεζ υπήρξε αυτοδίδακτος μουσικός. Πάντα στους δρόμους του Ντητρόιτ με το καπέλο του και τις μπότες να περπατάει σκυφτός, την κιθάρα του κρεμασμένη στην πλάτη.
Η πραγματικότητα της πόλης τον απορροφούσε πλήρως, ήθελε αυτά που αισθανόταν να τα βάλει στο χαρτί κι έτσι βγήκαν οι στίχοι της μουσικής του. «Ερχομαι από την πραγματικότητα» ονόμασε ένα άλμπουμ του και αυτή η πραγματικότητα της πόλης του με τα μπαρ, τα μεγάλα αυτοκίνητα, τις φωτεινές νέον επιγραφές, τη δουλειά στα εργοστάσια, τις καμινάδες με τους καπνούς που διασπούσαν την ομίχλη του χειμώνα ήταν κινητήριος δύναμις για τους στίχους του. Το πυκνό χιόνι στους δρόμους και το κρύο, ο κόσμος που έμπαινε στο μπαρ για να ζεσταθεί και να πιει μια μπίρα να ξεχάσει τα προβλήματα του, την έλειψη της δουλειάς από την οποία μπορεί να υπέφερε…
Ένας κόσμος πραγματικός αλλά ξεχασμένος από την υπόλοιπη ευημερούσα κοινωνία, ήταν εκείνη την εποχή κι ο εργατόκοσμος του Ντητρόιτ. Εκεί ανήκε και ο Ροντρίγκεζ – με προγόνους Μεξικάνους που ήρθαν στην Αμερική για κάτι καλύτερο.

Ο ίδιος γεννήθηκε στο Ντητρόιτ του Μίτσιγκαν. Για ένα διάστημα δούλεψε εκτός από τις οικοδομές και άλλες χειρονακτικές εργασίες και στο εργοστάσιο της Κάντιλακ. Όμως παράλληλα, ο Σίχτο Ντιάζ Ροντρίγκεζ πήγαινε και στο πανεμπιστήμιο του Wayne όπου και τελείωσε το 1981 παίρνοντας δίπλωμα της Φιλοσοφίας.

Στο ίδιο Ρεύμα της Αμφισβήτησης Στις ΗΠΑ οι δίσκοι δεν πήγαν και πολύ καλά όμως (ποιος ξέρει γιατί; Μήπως γιατί προωθούσαν την ίδια εποχή, τον Bob Dylan – κιθαρίστας κι αυτός, με τον οποίον είχαν το ίδιο στυλ και μουσικής και φωνής) … Εκείνον πάντως ποτέ δεν τον ενδιέφερε να αναγνωρισθεί, να κάνει χρήματα ή να βρει τη δόξα. Συνέχισε μόνος με την κιθάρα του, το καπελάκι, τα μαύρα γυαλιά να παίζει στα μπαρ του Ντητρόιτ. Η δουλειά που δήλωνε ως κύρια, ήταν χειροτέχνης στο κλάδο των κατασκευών – επσκευών κτιρίων. Όταν ρωτήθηκε από το δημοσιογράφο τι δουλειά έκανε, είχε απαντήσει «Μ’ αρέσει η χειρονακτική εργασία, οι οικοδομές, το χτίσιμο, το καθάρισμα από τις κατεδαφίσεις«. Δεν τον ενδιέφερε να αγκυροβολήσει στα πλούτη και τη δόξα.

rodriguezbancapture
Sixto Diaz Rodriguez – Στα σκαλιά του σπιτιού του

«Εκείνη την εποχή στο Ντητρόιτ ζούσαμε σε απίστευτες συνθήκες. Αλλάξαμε σπίτι και 25 φορές. Αυτά δεν ήταν σπίτια κανονικά – ένα μέρος για να κοιμηθείς ήταν!» εξομολογείται μία από τις κόρες του.
Συνεχίζοντας: «Ποτέ δεν τον ενδιέφερε να κάνει χρήματα. Ούτε οι ανέσεις ούτε η φήμη και η δόξα«.

Νότιος Αφρική Στο Γιοχάνεσμπουργκ αλλά και σε άλλες μεγάλες πόλεις όπως το Κέηπ Τάουν, είχε γίνει γνωστός εντελώς τυχαία: κάποια κοπέλα είχε μαζί της ένα δισκάκι με το άλμπουμ του «Cold Fact». Κάποιοι το άκουσαν, το αντέγραψαν γιατί τους άρεσε, κι έτσι κυκλοφόρησε σε πολλά αντίτυπα.

Όταν πήγανε στο Γιοχάνεσμπουργκ – όπου ήδη είχε γίνει πολύ γνωστός, για συναυλίες, ήταν σαν να ξαναζούσε ο Έλβις στη σκηνή: τέτοια ήταν η υποδοχή, τόσο θερμή – που το χειροκρότημα πριν ξεκινήσει να παίζει, διαρκούσε και 15 λεπτά. Πήρε την κιθάρα και άρχισε να τραγουδάει και κάτω το νεανικό ακροατήριο παραληρούσε από ενθουσιασμό.
Καθώς συνέχιζε με τον «Sugar Man«, οι στίχοι, το παίξιμο της κιθάρας, η μουσική, συνέπαιρναν ένα κοινό που επικοινωνούσε μαζί του με έναν γνήσιο παλμό σα να τον ήξερε από χρόνια.

Όμως εκείνον σα να μην τον είχε αλλάξει σε τίποτε η επιτυχία. Καθώς συνεχίζει η κόρη του:Το βράδυ καθώς έμεναν στα καλύτερα ξενοδοχεία παρ’ όλα τα ωραία κρεβάτια, εκείνος κοιμόταν στον καναπέ:  «δεν θέλω να βάλω άλλον στον κόπο να μου φτιάξει το κρεβάτι» έλεγε. Τόσο απλός και σεμνός ήταν ο πατέρας μου.
O Σίξτο Ροντρίγκεζ δεν έψαχνε τίποτα άλλο πέρα από αυτό που αλήθεια ήταν: Ένας απλός άνθρωπος που ερχόταν από την πραγματικότητα.

Η ζωή του Sixto Diaz Rodriguez έγινε γνωστή από την ταινία ντοκυμαντέρ «Searching for the Sugar man» (Ψάχνοντας τον Sugar Man) —Όσκαρ Ντοκυμαντέρ 2012, του Σουηδού (δυστυχώς, όχι πια εν ζωή) Malik Bendjelloul.

Ένα αξέχαστο τρίο

rebetikotrio
Χρηστάκης, Σωτηρία Μπέλλου, Γιώργος Μητσάκης

Σωτηρία Μπέλλου, Γιώργος Μητσάκης, Χρηστάκης να που χαμογελούν με περίσσια χάρη στον φακό! Αυτοί έφυγαν στους ουρανούς πια, όμως η συνεισφορά τους στο ελληνικό τραγούδι και δη το ρεμπέτικο παραμένει ακατάλυτη. Τι κι αν βγουν δεκάδες άλλοι τραγουδιστές σε τίποτα δεν μπορούν να επισκιάσουν ένα άστρο που στη λαμπρότητα της λάμψης του τύλιξε με ζεστασιά και ελπίδα ό,τι ήταν κάτω από τις ακτίνες του.

Σαν βρεθείς εκεί όπου παίζουν τα μπαγλαμαδάκια ξεχνάς τα πάντα κάτω από τους ήχους μιας μουσικής – που έχοντας αποτινάξει όλα τα επίπλαστα του κόσμου αυτού παραμένει αγνή και γνήσια σαν το χαμόγελο αυτών που πίστεψαν σ’ αυτό που έκαναν όχι για να βγάλουν χρήματα ή να αποκτήσουν φήμη αλλά για να αφουγκραστούν τους κτύπους της καρδιάς τους, τον ήχο της, να μεταδώσουν τα μεράκια τους, να τα μοιραστούν απλόχερα. Αξέχαστοι τραγουδιστές, μια νεότητα αφιερωμένη στο τραγούδι, μια ορμή νεανική αφιερωμένη στην Ελλάδα και στους Έλληνες.

Όταν παίζουν τα μπαγλαμαδάκια…

«Παίζουν τα μπαγλαμαδάκια παίζουν τα μπαγλαμαδάκια Καλέ παίζουν τα μπαγλαμαδάκια μάνα μου αχ! …τι μεράκια Μάνα μου αχ! …τι μεράκια παίζουνε τα μπαγλαμαδάκια.
Όταν ακούω μπαγλαμάδες όταν ακούω μπαγλαμάδες Καλέ όταν ακούω μπαγλαμάδες έξω φτώχεια και νταλκάδες
Έξω φτώχεια και νταλκάδες όταν ακούω μπαγλαμάδες. Μιά σταλίτσα οργανάκι μιά σταλίτσα οργανάκι Καλέ μιά σταλίτσα οργανάκι πως με φέρνει στο μεράκι Πως με φέρνει στο μεράκι μιά σταλίτσα οργανάκι.»

Ο Χρηστάκης στα Δειλινά

christakis
Χρηστάκης (Κωνσταντινούπολη 1924 – Καβάλα 1991) – Δεν είσαι εντάξει

Ο Χρήστος Σύρπος ήταν ο γνωστός λαϊκός τραγουδιστής Χρηστάκης. Μεγάλες του επιτυχίες υπήρξαν το «Θα ζήσω ελεύθερο πουλί«, «Έμαθα πως είσαι μάγκας» (στίχοι Στράτος Κουγιουμτζής), «Είναι το κρύο τσουχτερό«, «Να χαρείς τα μάτια σου καλέ» (στίχοι Στέλιος Ζαφειρίου). Ήταν βέβαιο πως αν πήγαινες στο κέντρο όπου εμφανιζόταν θα περνούσες πολύ ευχάριστα γιατί σαν γνήσιος άνθρωπος της γειτονιάς ήξερε να συμμετέχει στο χώρο και να επικοινωνεί με τον κόσμο – εξ ου και το προσωνύμιο του Χρηστάκης, ο δικός μας άνθρωπος, ο καλός μας φίλος. Το κέφι άναβε πάντα στα τραπέζια όπου ο κόσμος έχοντας τελειώσει το φαγητό έπινε σιγά σιγά το κρασί του και όλο ακουγόταν «Να μου ζήσεις Χρηστάκη!«.

Σύντομο Βιογραφικό

christakis3
Χρηστάκης – Θα ζήσω ελεύθερο πουλί

Ο Χρήστος Σύρπος γεννήθηκε κι αυτός στην Κωνσταντινούπολη (1924) όπως ο ομότεχνος του Γιώργος Μητσάκης. Αργότερα μετοίκησαν οικογενειακώς και σαν τόπο εγκατάστασης επέλεξαν τη Δράμα. Στην αρχή δούλευε ως υδραυλικός αλλά αφού γνώρισε τον ρεμπέτη Κώστα Καπλάνη μπήκε στο λαϊκό τραγούδι.

Για 17 χρόνια (1950-1967) ήταν δεύτερη φωνή, παίζοντας κιθάρα και μπαγλαμαδάκι, πλάι σε μεγάλα ονόματα της εποχής, Πόλυ Πάνου, Γιώτα Λύδια, κ.ά. διάστημα που του επέτρεψε να κερδίζει κάποια χρήματα και να επιβιώνει στο χώρο.

christakis2
Χρηστάκης – Να χαρείς τα μάτια σου καλέ

Τα χρόνια της επιτυχίας

Το 1967 ήταν η χρονιά που εμφανίστηκε μόνος στην πίστα γι’ αυτό και τον έχουν συνδέσει με τη δικτατορία καθώς έγινε τότε γνωστός σαν επικεφαλής τραγουδιστής, στο σχήμα του κέντρου όπως στα γνωστά Δειλινά της παραλιακής οδού της Γλυφάδας. Τα Δειλινά γνώρισαν μεγάλες δόξες στην εποχή του. Το κέντρο ήταν από τα καλύτερα του είδους και πήγαιναν γνωστοί της αθηναϊκής νύχτας αλλά και απλοί άνθρωποι ν’ ακούσουν το περίφημο «Θα ζήσω ελεύθερο πουλί», το «Παίζουν τα μπαγλαμαδάκια» και τις άλλες επιτυχίες του.

Μετά τη μεταπολίτευση έπεσε σε αφάνεια: τότε κυριάρχησε το πολιτικό τραγούδι και το ελαφρολαϊκό. Επέστρεψε στη Βόρεια Ελλάδα, στην Καβάλα, όπου τραγουδούσε για τα προς το ζην απλώς, σε ένα μαγαζί της πόλης. Η εποχή των μεγάλων πιστών είχε παρέλθει οριστικά. Στην Καβάλα τον βρήκε και το τέλος της ζωής του (1981) μέσα στο ΙΚΑ από εγκεφαλικό.

πληροφορίες: sansimera.gr, elwikipedia.org

Χρηστάκης Δεν είσαι εντάξει

 

Η Άμπελος

ambeloscapture

Οίνος – Άμπελος: Απόσταγμα ύλης και πνεύματος. Ελάχιστο αντίδωρο ελληνικής παράδοσης

Πέντε είδη κρασιών από ποικιλίες σταφυλιών περιοχών της Ελλάδας γίνονται γραμματόσημα, κατόπιν ετικέτες κρασιών με ονομασία προέλευσης: Ξινόμαυρο, Ρομπόλα, Ασσύρτικο, Μοσχοφίλερο, Αγιωργίτικο με κατά την ίδια σειρά περιοχές καλλιέργειας και τρύγου: Νάουσα Μακεδονία, Κεφαλλονιά Ιόνιοι νήσοι, Σαντορίνη Νότιες Κυκλάδες, Μαντινεία, Νεμέα Πελοπόννησος —προς χάριν των φιλοτελιστών κατ’ αρχήν ΕΛΤΑ 2005, που σε συνεργασία με την εταιρεία ΙΝΟ (εμφιάλωση Θήβα) κυκλοφόρησε τη σειρά των αντίστοιχων κρασιών – τα οποία πωλούνταν εκείνη την εποχή σε μικρή συλλεκτική σειρά εκ πέντε κρασιών. (Κέντρο Φιλοτελισμού Βύσσης 2 & Αιόλου, Αθήνα).

ambelos2capture

garoufaliscapture
Χρήστος Γαφουφαλής – Ζωγράφος σειράς Άμπελος

Τα έργα που κοσμούν τα γραμματόσημα είναι του Αγρινιώτη ζωγράφου Χρήστου Γαρουφαλή που σε συνεργασία με τα ΕΛΤΑ ζωγράφισε τη σειρά «Άμπελος – Οίνος» των πέντε γραμματοσήμων που βγήκε το 2005.

Σε μια εποχή αντι-ζωγραφική, και μάλλον αλλιώτικη από τον υπερ-πολιτισμό δεν ξέρω τι μπορεί να ενδιαφέρουν σκέψεις περί ζωγραφικής.

Όσο άλλοι κυνηγούν τις «υπερ-αξίες» και άλλοι γνώσεις χωρίς επίγνωση τόσο αυτή θα ξεφεύγει σε εσωτερικές διαδρομές που οδηγούν στην «αποκάλυψη».

Το έργο τέχνης θα παραμένει μέσον επικοινωνίας μεταξύ δημιουργού – θεατή μια διαρκής απόπειρα συνομιλίας «εν σιγή». Μια απόπειρα διατηρώντας την πραγματικότητα, να εκφράσω τ’ ανέκφραστα… μήπως η «ανάγκη επικοινωνίας» μετουσιωθεί σε αντίσταση βλέμματος για τη σύγχρονη όραση μας, σε «αφύπνιση μνήμης» για το αύριο γράφει ο ζωγράφος τον Μάιο του 2005.

Αυτή είναι η ιστορία για πέντε ξεχασμένα μπουκαλάκια σ’ ένα ράφι της κουζίνας που είπα να ξεσκονίσω χθες… Σημείο αναφοράς τους μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας πριν κάποια χρόνια… !

Επεξεργασία, από αρχική πηγή thoasaitolos.gr