Αρχείο ετικέτας music

Το δικό σου Αιγαίο

Το Αιγαίο δικό μου…

aigaio
Μια μέρα καινούργια ένα άγραφο ακόμη χαρτί. Κοιτάζεις στη λευκή σελίδα αναρωτιέσαι πως ν’ αρχίσει αυτή η εξιστόρηση… Ήχοι… ο ήχος από ένα μακρινό Αιγαίο ξυπνάει τις μνήμες τυλιγμένες στην αχλή μιας μακρινής φωτογραφίας που η αίσθηση της είναι τόσο ζωντανή σα να ‘ταν από ένα κοντινό χθες. Πάρος, Άνδρος, Τήνος, Σίφνος, Σκύρος, Μύκονος… Ρόδος… Μεγαλόπρεπες βουνών πλαγιές αγκαλιασμένες με τη θάλασσα σβήνουν σε ζεστές αμμουδιές. Το κύμα απαλά τους τραγουδάει δοξάζοντας τη μέρα που έφθασε καινούργια και ολόλαμπρη. Για λίγο ένα ζευγάρι γλάρων σχίζει το άπλετο γαλάζιο.

krinakia_aigaio
Το καλοκαίρι είναι εδώ κι εσύ είσαι όμως εδώ! Τι ευκολότερο να το αδράξεις ν’ αφήσεις τα πάντα πίσω γιατί σίγουρα δεν υπάρχει τίποτα πίσω καθώς αυτά έχουν περάσει και το σήμερα φοράει το μανδύα του λευκού και του γαλάζιου στεφανωμένο στη χρυσή του κόμη με το στεφάνι του ενός και μοναδικού Αιγαίου πλεγμένο με τις χρυσές βελόνες του ήλιου, σε πλέξη με κρινάκια της θάλασσας σκίνα και θυμάρι.

Τι έχει αυτός ο άνθρωπος που περπατάει στη λαμπρότητα του ουρανού δίπλα στο δροσερό παφλασμό της θάλασσας; τον εαυτού του μόνο – απαλλαγμένο απ’ τις σκοτούρες και τις θλίψεις ενός χειμώνα που πέρασε κι έφυγε -ας το σκεφτεί- με όλες τις σκέψεις και τις απογοητεύσεις του χθες. Σήμερα η καινούργια μέρα είναι εδώ, ασφυκτικά παρούσα τόσο μεγαλόπρεπη.
Ναι αρκεί η άφιξη της να σκορπίσει τα πέπλα της μαύρης νύχτας, το γαλάζιο τούλι της να φέρει τη γαλήνη και τη χαρά.

aigaio_bigalisΤου Αιγαίου τα μπλουζ είναι εδώ να σε συντροφεύουν όλο το καλοκαίρι…

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Αξέχαστος ροκενρολίστας

Κουνήσου, κουδούνισε και τσούλησε Shake, Rattle and Roll (Tupelo Mississippi 1957)

elvis_girlsΈνα χαρακτηριστικό ροκ ‘εν ρολ άκουσμα: αρχίζει με την προτροπή «Σήκω, πλύνε το πρόσωπο και τα χέρια σου κι άφησε το σπίτι το σπίτι όπου εσύ σαν διάολος, (η ψυχή μου ομολογεί), δυναστεύεις» συνεχίζοντας «Κουνήσου, κουδούνισε και άφησε τον εαυτό σου να τσουλίσει κάτω απ’ αυτό το μεγάλο αυτό λόφο»…
Αυτός ήταν ο Έλβις των αρχών της καριέρας του: ένας tout a fait ροκενρολίστας που ήξερε να ηλεκτρίζει το ακροατήριο του με την παρουσία του καθώς διέθετε φωνή, χορευτική δεινότητα, εμφάνιση που το συνταίριασμα τους επαυξανόταν με την ιδιότυπη επανάληψη λέξεων του τραγουδιού όπου δινόταν η έμφαση.

Το τραγούδι αυτό είναι το πλέον χαρακτηριστικό άκουσμα του ρεύματος ροκ ‘εν ρολ των 50’s. Αποπνέει το Νότο των ΗΠΑ καθώς εκεί γεννήθηκε αυτό το ρεύμα μαζί με το μπόλιασμα του εκλεπτυσμένου Βορρά που απέπνεε ο Έλβις με το κομψό παρουσιαστικό που συνέθετε το σώμα του που εκτελούσε τις φιγούρες ακριβείας, το πρόσωπο με το χαρακτηριστικό, γοητευτικό χαμόγελο κάτω από τα σκούρα μαύρα ανέμελα πλην όμως φροντισμένα μαλλιά.

«Κουνήσου, κουδούνισε και τσούλησε» ποιος θα μπορούσε να αντισταθεί σ’ αυτή την προτροπή σαν έβγαινε από τα χείλη του Βασιλιά Έλβις!

Το ωραιότερο τσιφτετέλι

Καίτη Γκρέυ
Καίτη Γκρέυ

Ποιού άλλου παρά του Στέλιου Χρυσίνη. Ποια άλλη θα μπορούσε να το τραγουδήσει τόσο αυθεντικά παρά η Καίτη Γκρέι. Οι στίχοι είναι απλοί μια έμπνευση της στιγμής: Πω πω κάτι μάτια, μ’ έκαναν κομμάτια, πω πω ένα στόμα φίλα μα ακόμα. Κι από ‘κει ο λόγος δίδεται στη μουσική ένα τσιφτετέλι όπου ο συνθέτης αναπτύσσει όλη τη δημιουργική φαντασία και δεξιοτεχνία του!

«Πω πω κάτι μάτια» Α΄εκτέλεση με Στέλιο Χρυσίνη μπουζούκι. Τραγούδι Καίτη Γκρέι

Όλα σε καλαμάκι

aggeliko
Όλα σε καλαμάκι…

Τα σουβλάκια ανέκαθεν ήταν εδραιωμένα στην ελληνική κουζίνα. Από τα πρώτα σουβλατζίδικα ήταν εκείνο στην οδό Κορδιγκτώνος στη Πατησίων. Κόσμος περίμενε για τα καλαμάκια, το γύρο, τις πίτες με το τζατζίκι και το κρεμμύδι. Στη πορεία των χρόνων αυτό το έδεσμα εξελίχτηκε, για να φτάσουμε στα σημερινά μοντέρνα σουβλατζίδικα, κεμπαπτζίδικα που μαζεύουν πάντα με την ίδια επιτυχία τον κόσμο. Όμως το να βρεις πραγματικά το καλό σουβλάκι δεν είναι κι εύκολο, καθώς γι’ αυτό χρειάζεται απολύτως καλό και φρέσκο κρέας καθώς και σωστό ψήσιμο στα κάρβουνα.

Αποφάσισα να πάω σε ένα από αυτά στο σπίτι μου κάπως κοντά. Μου το είχαν συστήσει – πως είναι πολύ καλό και με τιμές ανάλογες της προσδοκίας να μη ξοδευτείς. Μ’ αυτό τον προοίμιο ξεκινήσαμε: πράγματι όλα ήταν όπως τα περιμέναμε. Βέβαια το μέρος το βρήκαμε δύσκολα καθώς χαθήκαμε στους κοντινούς δρόμους. Ενώ μας είχαν πει που θα στρίψουμε για να βρούμε το δρόμο περάσαμε το σημείο αυτό ατυχώς, πήγαμε πιο κάτω και μετά το απόλυτο κενό. Πίστευα πως ο δρόμος ήταν κεντρικός αλλά ήταν κάτω από τον κεντρικό – ένας κάθετος μακρύς ήσυχος δρόμος χωρίς καθόλου κίνηση και ελάχιστα φώτα. Εν τέλει τον βρήκαμε και πιάσαμε θέση στο τραπεζάκι του βάθους.

Πράγματι τα κρέατα ήταν πρώτης επιλογής: μοσχάρι, ψαρονέφρι, κοτόπουλο, γαλοπούλα – ήταν σε μεγάλα κομμάτια στο χοντρό καλαμάκι, πολύ ωραία ψημένα και νόστιμα. Η σαλάτα με ψιλοκομμένο λάχανο, μαρούλι, ντομάτα, αγγουράκι, με τυρί ψωμοτύρι (γιαούρτι με τυρί) – τυρί παραδοσιακό πολύ νόστιμο. Οι πατάτες ψιλοκομμένες, οι πίτες λεπτές και τραγανές. Τέλος το κρασί ένα μοσχάτο «Αμβούργου» (παραδοσιακή ποικιλία περιοχής Τυρνάβου) αρωματικό και ελαφρύ, παγωμένο σε ωραίο μπουκάλι με φελλό – κι εδώ πρέπει να τονισθεί πως ήταν ιδιαίτερα ελαφρύ που καθόλου δεν θα σε πείραζε όσο κι αν έπινες ωστόσο εγώ το βρήκα υπέρ του δέοντος ελαφρύ.

Το σουβλάκι ψαρονέφρι που πήρα πάντως, ήταν ιδιαίτερης γεύσης. Είχα να φάω ψαρονέφρι κάποιους αιώνες γιατί δεν τρώω χοιρινό. Πάρα πολύ νόστιμο – και μόνο απ’ αυτό αξίζουν όλοι οι έπαινοι στη διεύθυνση. Η κοπέλα που έπαιρνε την παραγγελία και σέρβιρε ήταν ευγενέστατη, πολύ χαμογελαστή και χαριτόβρυτη. Οι τιμές λογικές στα πλαίσια των 20 ε. το ζευγάρι, που περιλάμβαναν κέρασμα γλυκό. ραβανί στην περίπτωση αυτή. Σημειωτέον πως με ένα μόνο καλαμάκι μπορείς να χορτάσεις!

Αγγελικό το όνομα του μαγαζιού, αγγελικές οι γεύσεις, αγγελική  και τ’ όνομα. Θα ξαναπάμε – πολύ σύντομα πιστεύω.

Έφυγε και η Σερενάτα

Arleta
Αρλέτα

Η Αρλέτα ερχόταν συχνά στο σπίτι του Φώτη στη Πατησίων. Σπούδαζαν και οι δύο στη ΑΣΚΤ ζωγραφική. Ήταν πολύ αδύνατη, μικροκαμωμένη, με μαλλιά φουντωτά που έπεφταν στο μέτωπο της καλύπτοντας τα μάτια της – δύο αεικίνητα μαύρα μάτια που σε κοίταζαν ωστόσο ντροπαλά. «Σπουδάζει κι αυτή ζωγραφική» έλεγε ο Φώτης «αλλά το πάθος της είναι η μουσική – η κιθάρα». Πολλές φορές δίπλα της στα πόδια της πολυθρόνας, έστεκε η κιθάρα. Θα υπέθετε κανείς μετά από όσα διηγόταν ο Φώτης, πως την κιθάρα της δεν την αποχωριζόταν ποτέ.

Πέρασε καιρός κι εκείνη είχε βρει το δρόμο της: να γίνει πολύ καλή τραγουδίστρια με πλήθος τραγούδια στο ενεργητικό της – τα περισσότερα μπαλάντες αλλά καθόλου μελαγχολικές γιατί είχε έναν τρόπο να ομορφαίνει την πραγματικότητα. Επίσης είχαν έναν ρυθμό εσώτερο, που έβγαινε από το μοντέρνο ύφος της προσωπικότητας της. Τους στίχους συχνά τους έγραφε η ίδια, καθώς και τις νότες, που έβρισκαν στη γλυκειά και τρυφερή παρουσία της την ιδανική πραγμάτωση.

Serenata
Η Σερενάτα – Η γάτα που ζωγράφισε η Αρλέτα

Όμως η 8η Αυγούστου 2017 ήρθε για να φύγει και η Σερενάτα μαζί με την μαμά της Αρλέτα. Μια φωνή τόσο απαλή και μελωδική, μια συνθέτρια, ερμηνεύτρια μοναδικής ποιότητας άφησε τον μάταιο αυτόν κόσμο. Άλλη πιο ωραία γάτα, άλλη πιο ευαίσθητη ερμηνεία δεν θα υπάρξει ξανά.

Στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός όπου νοσηλευόταν η Αρλέτα, μας αποχαιρέτησε και κίνησε για κάτι πολύ πιο μεγάλο από την πεζή πραγματικότητα. Ωστόσο εκείνη ήταν που την ομόρφαινε με την απαράμιλλη προσφορά της και αυτή η φωνή, μαζί με το πρόσωπο της ταυτισμένο με την αβρή παρουσία της, δεν θα υπάρξει ξανά επί της ελληνικής γης –

Arleta_portrait
Αρλέτα

Αρλέτα: μια σπουδαία ελληνίδα τραγουδίστρια (1945 – 2017) μίλησε τραγουδώντας για απλά, καθημερινά πράγματα που συνθέτουν τη ζωή μας αναδεικνύοντας την κρυφή μελαγχολία τους, την αποτυχία τους καλύτερα, μ’ έναν τρόπο τόσο οικείο προσπαθώντας να εξορκίσει με το τραγούδι της ό,τι κακό και στενάχωρο αυτά έκρυβαν μέσα τους.

Η Σερενάτα που η ίδια η Αρλέτα ζωγράφισε, δεν είναι κι αυτή πια ανάμεσα μας. Πήγε μαζί με την Αρλέτα σε άλλους τόπους –

τόσο μακρινούς ακόμη πιο μακρινούς κι απ’ το μπαρ το Ναυάγιο…

Στο καφενείο δεν θα ξανάρθει πια…

και ούτε ποτέ πια Batida de coco θα ξαναπιεί, εμείς ας πιούμε στη μνήμη της – Καλό στερνό ταξίδι Αρλέτα της ζωής μας…

Έρχομαι από την πραγματικότητα

Sixto Rodriguez: Coming from Reality

Είχε τελειώσει η μέρα πια και καθώς η νύχτα προχωρούσε άνοιξα την τηλεόραση και έπεσα σ’ ένα ντοκυμαντέρ για έναν τραγουδιστή που μόλις άρχιζε. Ποιος να ‘ναι αναρρωτιόμουν και περίμενα να ξεκινήσει η ταινία για να μάθω. Ήταν γυρισμένη στο Ντητρόιτ εκεί που ανθούσε η βιομηχανία προ ετών – πριν τη παγκοσμιοποίηση, όταν πολλές εταιρείες έφυγαν από εκεί ή έκλεισαν.
Το Ντητρόιτ ήταν ανθούσα βιομηχανική περιοχή στα 70’s καθώς εκεί βρίσκονταν οι μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες των ΗΠΑ. Πόλη όπου απασχολούνταν στη βιομηχανία φτωχοί μετανάστες περισσότερο, διαβιώνοντας εκείνη την περίοδο μέσα σε άθλιες συνθήκες.

rodriguezcapture
Sixto Rodriguez – Έρχομαι από την πραγματικότητα

Detroit, Michigan 1968: Ο φακός εστιάζει στους βρεγμένους δρόμους, στις ξεφτισμένες επιγραφές από τα μπαρ. «Σερβίρουμε ποτά, κοκτέιλς, φαγητό, ζωντανή μουσική» έγραφε μία. Μια άλλη «Εντελώς γυμνό μετά τις 12μμ» επρόκειτο για μπαρ με κάποιον που έπαιζε κιθάρα ή κάποιο τοπικό συγκρότημα, το άλλο για ένα κέντρο με στριπτήζ. Αυτοκίνητα μεγάλα παρκαρισμένα στο δρόμο, αραιοί διαβάτες ενώ η βροχή έπεφτε σιγανά και μονότονα.

Σ’ ένα τέτοιο μπαρ «The Sewer», έπαιζε και ο τραγουδιστής Σίξτο Ντιάζ Ροντρίγκεζ. Έμπαινες μέσα σ’ ένα σύννεφο καπνού καθώς ερχόσουν πάλι μέσα από ένα σύννεφο ομίχλης που πλανιόταν στην πόλη, σκεπάζοντας τον ποταμό Ντητρόιτ με τους ήχους από τις μαούνες που ανεβοκατέβαιναν, διηγείται ένας που τον γνώριζε. Στο βάθος καθόταν εκείνος με την πλάτη στο κοινό, κρατώντας τη κιθάρα του. Η μουσική του σε συνέπαιρνε, κάθε ήχος που έβγαινε από την κιθάρα του – Ήταν απίστευτο.

rodriguez2capture
Sixto Diaz Rodriguez – Μπροστά από ξενοδοχείο στο Ντητρόιτ

Ο Σίξτο Ροντρίγκεζ υπήρξε αυτοδίδακτος μουσικός. Πάντα στους δρόμους του Ντητρόιτ με το καπέλο του και τις μπότες να περπατάει σκυφτός, την κιθάρα του κρεμασμένη στην πλάτη.
Η πραγματικότητα της πόλης τον απορροφούσε πλήρως, ήθελε αυτά που αισθανόταν να τα βάλει στο χαρτί κι έτσι βγήκαν οι στίχοι της μουσικής του. «Ερχομαι από την πραγματικότητα» ονόμασε ένα άλμπουμ του και αυτή η πραγματικότητα της πόλης του με τα μπαρ, τα μεγάλα αυτοκίνητα, τις φωτεινές νέον επιγραφές, τη δουλειά στα εργοστάσια, τις καμινάδες με τους καπνούς που διασπούσαν την ομίχλη του χειμώνα ήταν κινητήριος δύναμις για τους στίχους του. Το πυκνό χιόνι στους δρόμους και το κρύο, ο κόσμος που έμπαινε στο μπαρ για να ζεσταθεί και να πιει μια μπίρα να ξεχάσει τα προβλήματα του, την έλειψη της δουλειάς από την οποία μπορεί να υπέφερε…
Ένας κόσμος πραγματικός αλλά ξεχασμένος από την υπόλοιπη ευημερούσα κοινωνία, ήταν εκείνη την εποχή κι ο εργατόκοσμος του Ντητρόιτ. Εκεί ανήκε και ο Ροντρίγκεζ – με προγόνους Μεξικάνους που ήρθαν στην Αμερική για κάτι καλύτερο.

Ο ίδιος γεννήθηκε στο Ντητρόιτ του Μίτσιγκαν. Για ένα διάστημα δούλεψε εκτός από τις οικοδομές και άλλες χειρονακτικές εργασίες και στο εργοστάσιο της Κάντιλακ. Όμως παράλληλα, ο Σίχτο Ντιάζ Ροντρίγκεζ πήγαινε και στο πανεμπιστήμιο του Wayne όπου και τελείωσε το 1981 παίρνοντας δίπλωμα της Φιλοσοφίας.

Στο ίδιο Ρεύμα της Αμφισβήτησης Στις ΗΠΑ οι δίσκοι δεν πήγαν και πολύ καλά όμως (ποιος ξέρει γιατί; Μήπως γιατί προωθούσαν την ίδια εποχή, τον Bob Dylan – κιθαρίστας κι αυτός, με τον οποίον είχαν το ίδιο στυλ και μουσικής και φωνής) … Εκείνον πάντως ποτέ δεν τον ενδιέφερε να αναγνωρισθεί, να κάνει χρήματα ή να βρει τη δόξα. Συνέχισε μόνος με την κιθάρα του, το καπελάκι, τα μαύρα γυαλιά να παίζει στα μπαρ του Ντητρόιτ. Η δουλειά που δήλωνε ως κύρια, ήταν χειροτέχνης στο κλάδο των κατασκευών – επσκευών κτιρίων. Όταν ρωτήθηκε από το δημοσιογράφο τι δουλειά έκανε, είχε απαντήσει «Μ’ αρέσει η χειρονακτική εργασία, οι οικοδομές, το χτίσιμο, το καθάρισμα από τις κατεδαφίσεις«. Δεν τον ενδιέφερε να αγκυροβολήσει στα πλούτη και τη δόξα.

rodriguezbancapture
Sixto Diaz Rodriguez – Στα σκαλιά του σπιτιού του

«Εκείνη την εποχή στο Ντητρόιτ ζούσαμε σε απίστευτες συνθήκες. Αλλάξαμε σπίτι και 25 φορές. Αυτά δεν ήταν σπίτια κανονικά – ένα μέρος για να κοιμηθείς ήταν!» εξομολογείται μία από τις κόρες του.
Συνεχίζοντας: «Ποτέ δεν τον ενδιέφερε να κάνει χρήματα. Ούτε οι ανέσεις ούτε η φήμη και η δόξα«.

Νότιος Αφρική Στο Γιοχάνεσμπουργκ αλλά και σε άλλες μεγάλες πόλεις όπως το Κέηπ Τάουν, είχε γίνει γνωστός εντελώς τυχαία: κάποια κοπέλα είχε μαζί της ένα δισκάκι με το άλμπουμ του «Cold Fact». Κάποιοι το άκουσαν, το αντέγραψαν γιατί τους άρεσε, κι έτσι κυκλοφόρησε σε πολλά αντίτυπα.

Όταν πήγανε στο Γιοχάνεσμπουργκ – όπου ήδη είχε γίνει πολύ γνωστός, για συναυλίες, ήταν σαν να ξαναζούσε ο Έλβις στη σκηνή: τέτοια ήταν η υποδοχή, τόσο θερμή – που το χειροκρότημα πριν ξεκινήσει να παίζει, διαρκούσε και 15 λεπτά. Πήρε την κιθάρα και άρχισε να τραγουδάει και κάτω το νεανικό ακροατήριο παραληρούσε από ενθουσιασμό.
Καθώς συνέχιζε με τον «Sugar Man«, οι στίχοι, το παίξιμο της κιθάρας, η μουσική, συνέπαιρναν ένα κοινό που επικοινωνούσε μαζί του με έναν γνήσιο παλμό σα να τον ήξερε από χρόνια.

Όμως εκείνον σα να μην τον είχε αλλάξει σε τίποτε η επιτυχία. Καθώς συνεχίζει η κόρη του:Το βράδυ καθώς έμεναν στα καλύτερα ξενοδοχεία παρ’ όλα τα ωραία κρεβάτια, εκείνος κοιμόταν στον καναπέ:  «δεν θέλω να βάλω άλλον στον κόπο να μου φτιάξει το κρεβάτι» έλεγε. Τόσο απλός και σεμνός ήταν ο πατέρας μου.
O Σίξτο Ροντρίγκεζ δεν έψαχνε τίποτα άλλο πέρα από αυτό που αλήθεια ήταν: Ένας απλός άνθρωπος που ερχόταν από την πραγματικότητα.

Η ζωή του Sixto Diaz Rodriguez έγινε γνωστή από την ταινία ντοκυμαντέρ «Searching for the Sugar man» (Ψάχνοντας τον Sugar Man) —Όσκαρ Ντοκυμαντέρ 2012, του Σουηδού (δυστυχώς, όχι πια εν ζωή) Malik Bendjelloul.

Γιώργος Μητσάκης – Ο δάσκαλος

mitsakisCapture
Γιώργος Μητσάκης Κωνσταντινούπολη 1921 – Αθήνα 1993

Όταν καπνίζει ο λουλάς *- Αυτό το τραγούδι δεν είναι όπως θα περίμενε κανείς του Βασίλη Τσιτσάνη καθώς είναι γνωστά τραγούδια του με ανάλογο «μάγκικο» περιεχόμενο. Είναι του – πιο πίσω στη λίστα των ρεμπετών συνθετών, ευρισκόμενου Γιώργου Μητσάκη. Το άκουσα σε μια μουσική εκπομπή της Ε.Τ. από έναν σύγχρονο τραγουδιστή. Ήταν μια εκπομπή αφιερωμένη στις παλιές ελληνικές ταινίες και είχε μαζί του ο παρουσιαστής αρκετούς από αυτούς και δη το Γιάννη Βόγλη πριν μας αφήσει. Ήταν η Μάρθα Καραγιάννη, η Άννα Φόνσου, η τραγουδίστρια Ελένη Ροδά, ο Φώτης Μεταξόπουλος που σηκώθηκε και χόρεψε ένα πολύ ωραίο χασάπικο! Κάποια στιγμή στη συζήτηση είπε πολύ εύστοχα «Εγώ δεν μετρώ τα χρόνια από τα 45. Τόσο είμαι και θα είμαι για πάντα».

Λοιπόν ένας τραγουδιστής από τη συντροφιά αυτή τραγούδησε το «Όταν καπνίζει ο λουλάς«. Στη συντροφιά έγινε ένα θαύμα: ένα φως είχε φωτίσει τα πρόσωπα όλων με ακτίνες χαράς και συμμετοχής στο θέμα του τραγουδιού. Αλήθεια έτσι συμβαίνει: ποιος ακούγοντας το τραγούδι αυτό καπνίζει λουλά – μπορεί και να μη ξέρει τι θα πει η λέξη αυτή. Όμως η διάνοια η καλλιτεχνική του Γιώργου Μητσάκη το έκανε κοινωνό σε όλους – ένα θέμα που δεν έχει σχέση με κανέναν κι όμως όλοι ταυτίζονται με αυτό. Γιατί; Γιατί αυτή είναι η ιδιότητα μιας ιδιοφυίας Να σε κάνει συμμέτοχο χωρίς όρους και αναστολές στη φαντασίωση ή στην εμπειρία της! Να παραδίδεσαι στο ταλέντο της! – ανάλογα βέβαια στον τομέα που βρίσκεται πάντα!

Ο Γιώργος Μητσάκης ήρθε από πολύ μικρός στην Ελλάδα, 14 ετών. Αρχικά η οικογένεια του εγαταστάθηκε στην Καβάλα – το 1935, κατόπιν μετεγκαστάθηκαν σ’ ένα χωριό κοντά στο Βόλο. Εκεί πρωτοήρθε σε επαφή με το λαϊκό τραγούδι. Στη Θεσσαλονίκη αργότερα γνωρίζεται με τον Βασίλη Τσιτσάνη. Το 1939 κατεβαίνει στην Αθήνα για να εγκατασταθεί στον Πειραιά τον οποίον και αγάπησε. «Έδινα την ερώτηση κι αμέσως την απάντηση» λέει, «παίζαμε για τους απλούς, λαϊκούς ανθρώπους» κι όταν κάποιος μου φώναζε «Μητσάκη, δάσκαλε παίξε και κανα βασανισμένο» «έπιανα αμέσως το τραγούδι: «απόψε άρχισε να βρέχει κι ο νους μου σε σένα πάλι τρέχει». Μπαγλαμά τότε έπαιζε μαζί μας και ο τυφλός Στέλιος Χρυσίνης.

*λουλάς = ναργιλές, αργιλές (τούρκικη λέξη)

Στέλιος Χρυσίνης – Ο δάσκαλος του ρεμπέτικου

Κορυφαιος μαεστρος και δασκαλος

chrysinis
Στέλιος Χρυσίνης (Πειραιάς 1916 – Αθήνα 1970) – 2ος από αριστερά

Αρκετές είναι οι περιπτώσεις καλλιτεχνών, όπου κάποια φυσική ατέλειά τους τους, στάθηκε αφορμή και αιτία, να κερδίσουν την συμπάθεια του κοινού και να διαγράψουν λαμπρή πορεία, χωρίς να παραγνωρίζουμε το ταλέντο και τις ικανότητές τους.

Η Μαριάννα Χατζοπούλου μεσουράνησε στα τέλη του ’50 και στις αρχές του ’60 ως «τυφλό αηδόνι» ενώ ο Σπύρος Ζαγοραίος, εδώ και δεκαετίες, έχει για σήμα κατατεθέν του το ψεύτικο-συμπληρωματικό χέρι που δίνει άλλη διάσταση στα «μάγκικα» και «αλέγκρα» τραγούδια του. Ο ίδιος έκανε σουξέ με τη σύνθεσή του Είμαι ανάπηρος και έχω ανάγκη απ’ την αγάπη σου. Ελάχιστες όμως είναι οι φορές όπου ένας δημιουργός και μαέστρος ξεπερνά ταεμπόδια της φύσης και σηματοδοτεί σαν φάρος φωτεινός τις εξελίξεις στο αντικείμενό του, ανακαλύπτοντας νέα ταλέντα και δίνοντάς τους βήμα να εκφραστούν και παράλληλα «συμμαζεύοντας» και βελτιώνοντας τις καταθέσεις των ομότεχνών του.
Ακόμη και σε διεθνές επίπεδο, οι Ray Charles, Stevie Wonder, Sammy Davis Jr., Αndrea Boccelli, που λειτουργούν -ειδικά οι δύο πρώτοι- σαν συνθέτες και στιχουργοί, ήταν και είναι πάνω απ’ όλα ερμηνευτές των πονημάτων τους ενώ ο Μπαγιαντέρας πρώτα καθιερώθηκε ως μουσικοσυνθέτης και στη συνέχεια στερήθηκε την όρασή του.
Εδώ ακριβώς έγκειται και η πρωτοτυπία και πρωτοπορία του Στέλιου Χρυσίνη, που αν και έχασε το φως του από τα πρώτες μόλις στιγμές του στη ζωή κατάφερε για μεγάλο διάστημα, μέχρι και τον πρόωρο θάνατό του, να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο «δασκάλου» στη δισκογραφία και γενικότερα στο λαϊκό μας τραγούδι.(…)

Τελευταια Σουξε

Ο Στέλιος Χρυσίνης γεννήθηκε το 1916 στον Πειραιά σε μεσοαστική οικογένεια η οποία είχε μετακομίσει στο επίνειο της Αθήνας από το Κρανίδι της Αργολίδας. Κατάφερε να αναδειχθεί μέσα από των κύκλο των ρεμπετών του λιμανιού πολύ γρήγορα. Όμως λίγο μετά τα μισά του ’50 ο ρόλος και η επιρροή του Χρυσίνη σταδιακά ελαττώνονται. Εξακολουθεί να συμμετέχει ως κιθαρίστας σε πλήθος ηχογραφήσεων και να κάνει δυνατά σουξέ, όπως Κάτσε στον καναπέ μου με την Καίτη Γκρέυ σε στίχους Τσάντα, «Τα χρόνια δεν έχουν καμιά σημασία» με τον Πάνο Γαβαλά σε στίχους Σπύρου Κεφαλόπουλου αλλά ουσιαστικά τίθεται εκτός του κύκλου των μεγάλων εταιρειών. Ο λόγος στον Δερβενιώτη: Ο Μηλιόπουλος μου πρότεινε την θέση του μαέστρου στην Columbia. Δεν δέχτηκα γιατί θα εκτειθόμουν στον κύκλο μας αν έπαιρνα την θέση ενός τυφλού ανθρώπου, κάτι που δεν θεωρούσα σωστό κι απ’ την ανθρώπινη πλευρά του ζητήματος. Βλέποντας όμως την αποφασιστικότητά του και την επιμονή του, πρότεινα να συνυπάρχουμε μαζί με τον Χρυσίνη στο ίδιο πόστο. Η απάντησή του ήταν, κάνε ότι θες, ο μισθός είναι αυτός που είπαμε, ούτε δεκάρα παραπάνω, αν θέλεις να τον μοιράζεσαι δικό σου θέμα αλλά εγώ θα έχω να κάνω μαζί σου και το δικό σου κεφάλι θα πάρω αν κάτι δεν πάει καλά. Δεν τον ήθελαν πια τον Χρυσίνη, δεν τους έκανε.

Μετά από κάμποσο καιρό χώρισαν οι δρόμοι μας, κι εγώ ανέλαβα πλέον μόνος μου την θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή. Ο Χρυσίνης καταφεύγει σε μικρότερες εταιρείες, στην RCA Victor του Ορφανίδη, στην Astron του Αλεξάκη, στη Fidelity του Πατσιφά, στην Βεντέττα του Πελαγίδη κ.ά. Εκεί η Πόλυ Πάνου θα τραγουδήσει το «Αλήτη κι αν σε λένε» σε στίχους Λάκη Τσώλη, ο οποίος θα χαρακτηρίσει τον Χρυσίνη ως μουσική μεγαλοφυία.

kaityCapture
Καίτη Γκρέυ (Σάμος 1924)

Ανάλογα έχουν κατά καιρούς εκφραστεί για το ταλέντο του και η Καίτη Γκρέυ, Γιώτα Λύδια κ.ά. Συνεχίζει να αναδεικνύει νέα ταλέντα. Έχει μετακομίσει στο Μιχαή Βόδα 115, κι απ’ το σπίτι του παρελαύνουν για ακροάσεις ερμηνευτές και δημιουργοί: Στράτος Κύπριος, Σοφία Σιδέρη, Ρίτα Σακελαρίου, Βούλα Πάλλα, Κώστας Καρουσάκης, Γιώργος Ταλιούρης κ.ά. Ο τελευταίος που έκανε το ντεμπούτο στη δισκογραφία στις αρχές του ΄60, με συνθέσεις του Χρυσίνη, μου είπε για τον «δάσκαλό» του: Ήταν σπουδαίος μουσικός. Κατείχε δέκα όργανα. Όταν έπαιζε κιθάρα νόμιζες ότι άκουγες ολόκληρη ορχήστρα. Για αρκετό διάστημα μέναμε στο ίδιο σπίτι. Όπως συνέβη και με τον Καζαντζίδη στο ξεκίνημά του. Μου δίδαξε την τέχνη του τραγουδιού, τις αναπνοές, τους λαρυγγισμούς. Γλυκός άνθρωπος. Τον είχα σαν πατέρα μου.

Του άρεσε να πηγαίνει στα ταβερνάκια, ιδιαίτερα τα παραθαλάσσια, να τρώει το ψαράκι του και να ακούει το κύμα. Ήταν πολύ θρήσκος. Προτού πιει το κρασάκι του, άδειαζε πρώτα ένα ποτήρι κάτω στο πάτωμα, κι έλεγε μια προσευχή. Κάθε Πάσχα τον συνόδευα σε τρεις επιτάφιους. Στον Κορυδαλλό, στον Άγιο Παντελεήμονα και στο Μοναστηράκι. Όταν το ’66 κάναμε το «Στολίδι είσαι μόνη σου» σε στίχους του Κεφαλόπουλου χάλασε ο κόσμος. Ακόμα και σήμερα όπου το τραγουδήσω γίνεται χαμός! Είχαμε δουλέψει μαζί και στη Λουζιτάνια, στο Αιγάλεω. Έφυγε ξαφνικά. Με ειδοποίησαν και έτρεξα αμέσως στον Ευαγγελισμό. Πρόλαβα να τον δω και λίγο αργότερα έσβησε οριστικά. Ήμουν ένας από τους λιγοστούς καλλιτέχνες που τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία.

Στέλιος Χρυσίνης Πειραιάς 1916 – Αθήνα (Ευαγγελισμός) 1970

περισσότερα σε rebetiko.gr

Le Petit Train

Français : Petit train de l'Yonne (Massangis)
Français : Petit train de l’Yonne (Massangis) (Photo credit: Wikipedia)

Σ’ ένα πρωτότυπο – μέσα σε μια Αφρικανική ύπαιθρο –  (εκεί όπου το να βρεις κάποιον παλιότερο εαυτό γίνεται εφικτό) σκηνικό, φορώντας τα τυπικά ρούχα της περιοχής το συγκρότημα Les Rita Mitsouko, ερμηνεύει το «Le Petit Train¨.

Skoni – Dust

Μια βραδιά με τον Λαυρέντη στη Πλάκα… «Μαζί Αυτοσχεδιάζουμε» – Μαζί του οι Δ. Παπίου, Δ. Σταρόβας, Μ. Πασχαλίδης – επίσης θα εμφανίζονται και οι Opera Chaotique. Μια έξοδος ευχάριστη στην καρδιά του κέντρου της πόλης.  Από την 16η Νοεμβρίου – Στη μπουάτ Ζυγός (τηλ. 210-3241610).

English: Greek singer Lavrentis Maxairitsas. Ε...
English: Greek singer Lavrentis Maxairitsas. Ελληνικά: Ο el:Λαυρέντης Μαχαιρίτσας. (Photo credit: Wikipedia)